Κλαύδιος Γαληνός
Δωρεάν εγγραφή Αποκτήσετε πρόσβαση σε όλες τις πληροφορίες και τα εργαλεία του galinos.gr για έναν μήνα
Γαληνός Office Χρησιμοποιήστε δωρεάν το νέο cloud πρόγραμμα διαχείρισης κάθε σύγχρονου ιατρείου
Έλεγχος συγχορήγησης Ελέγξτε την αγωγή σας για αντενδείξεις και αλληλεπιδράσεις μεταξύ των φαρμάκων
Πρόγραμμα συνδρομητών Μάθετε περισσότερα για τα οφέλη και τις επιπλέον παροχές των συνδρομητικών προγραμμάτων
Γαληνός Mobile Κατεβάστε τη δωρεάν εφαρμογή και απολαύστε τις υπηρεσίες του galinos.gr σε κινητό ή tablet
Γνωρίζατε οτι... Μοιραζόμαστε μαζί σας γεγονότα της πορείας του galinos.gr από το 2011 μέχρι σήμερα
 

Διοικητική πληροφόρηση

Αναφορές

Υποχρεωτική τήρηση αποθέματος

Περιγραφή

Σύμφωνα με την υπουργική απόφαση υπ' αριθ. Δ3(α) 46627 της 15-6-2018, η οποία ισχύει από την 1η Ιουλίου 2018, είναι απαραίτητη η τήρηση ελάχιστων ποσοτήτων αποθεμάτων γενοσήμων φαρμάκων από ιδιωτικά φαρμακεία. Συγκεκριμένα, κάθε φαρμακείο υποχρεούται να διαθέτει μια τουλάχιστον μία συσκευασία ενός γενοσήμου φαρμάκου ανά θεραπευτική κατηγορία. Στη συνέχεια παρατίθεται η λίστα με τις δραστικές ουσίες ή τους συνδυασμούς αυτών.

Δραστικές ουσίες

Δραστική ουσία
Περιγραφή

Η αζιθρομυκίνη (azithromycin) είναι το πρώτο αντιβιοτικό μίας υποομάδας των μακρολιδίων, γνωστής ως αζαλίδες, και η οποία είναι χημικά διαφορετική από την ερυθρομυκίνη. Η αζιθρομυκίνη παρεμποδίζει τη σύνθεση των πρωτεϊνών, μέσω αναστολής της αντίδρασης μετακίνησης/μετατόπισης των πεπτιδίων και μέσω αναστολής της δημιουργίας της ριβοσωματικής υποομάδας 50S.

Το αλενδρονικό οξύ (alendronic acid) είναι ένας διφωσφονίτης, ο οποίος εμποδίζει την οστική απορρόφηση στους οστεοκλάστες, χωρίς να έχει άμεση επίδραση στο σχηματισμό του οστού.

Η αλλοπουρινόλη (allopurinol) αναστέλλει την ξανθινοξειδάση, το ένζυμο που καταλύει την μετατροπή της υποξανθίνης σε ξανθίνη και τελικά σε ουρικό οξύ. Η αλλοπουρινόλη επιδρά στο μεταβολισμό των πουρινών, περιορίζοντας τη σύνθεση ουρικού οξέος, χωρίς να παρεμποδίζει τη σύνθεση των κανονικών ζωτικών πουρινών.

Η αλπραζολάμη (alprazolam) είναι μία τριαζολοβενζοδιαζεπίνη που ενισχύει τη δράση των GABA υποδοχέων οδηγώντας έτσι στην αναστολή της νευρικής λειτουργίας. Παρουσιάζει κατασταλτικές, υπνωτικές και αγχολυτικές ιδιότητες και επιπρόσθετα εμφανίζει αντισπασμωδική και κεντρική μυοχαλαρωτική δράση.

Η αλφακαλσιδόλη (alfacalcidol) είναι προφάρμακο του δραστικού μεταβολίτη D, ενός από τους πιο σημαντικούς παράγοντες ρύθμισης της ομοιοστασίας ασβεστίου και φωσφόρου.Η αλφακαλσιδόλη αυξάνει τα επίπεδα της ανακυκλούμενης 1,25-διυδροξυβιταμίνης D3 και επομένως αυξάνει την εντερική απορρόφηση ασβεστίου και φωσφόρου, προάγει την προσθήκη μετάλλων στα οστά, μειώνει τα επίπεδα παραθυρεοειδικών ορμονών στο πλάσμα και τέλος μειώνει την οστική απορρόφηση, οπότε καταπραΰνονται ο οστικός και μυϊκός πόνος.

Η αλφουζοσίνη (alfuzosin), είναι ένα δραστικό από του στόματος ρακεμικό παράγωγο της κιναζολίνης και επιλεκτικός ανταγωνιστής των μετασυναπτικών αδρενεργικών α1υποδοχέων. Η εκλεκτικότητα της αλφουζοσίνης στους αδρενεργικούς α1υποδοχείς του τριγώνου ουροδόχος κύστη-ουρήθρα-προστάτης, έχει τεκμηριωθεί με ίn vitro μελέτες. Στον άνθρωπο η αλφουζοσίνη βελτιώνει τις παραμέτρους κένωσης μειώνοντας τον ουρηθρικό μυϊκό τόνο με μείωση της αντίστασης στην εκροή από την ουροδόχο κύστη διευκολύνοντας την κένωση της ουροδόχου κύστης.

Η αμλοδιπίνη (amlodipine) είναι ένας αναστολέας της εισόδου των ιόντων ασβεστίου (αναστολέας των βραδέων διαύλων ασβεστίου ή ανταγωνιστής των ιόντων ασβεστίου) και αναστέλλει την δια μέσου της κυτταρικής μεμβράνης είσοδο ιόντων ασβεστίου προς το εσωτερικό των καρδιακών κυττάρων και των λείων μυικών ινών.

Η αναστροζόλη (anastrozole) είναι ένας ισχυρός και σε μεγάλο βαθμό εκλεκτικός μη-στεροειδής αναστολέας της αρωματάσης.

Η αριπιπραζόλη (aripiprazole) είναι ένα αντιψυχωσικό φάρμακο που χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της σχιζοφρένειας. Η αριπιπραζόλη είναι ένας εκλεκτικός μονοαμινεργικός ανταγωνιστής με υψηλή συγγένεια για την σεροτονίνη τύπου 2 (5ΗΤ2), την ντοπαμίνη τύπου 2 (D2),τους αδρενεργικούς υποδοχείς 1 και 2 και τους ισταμινεργικούς υποδοχείς Η1. Η αριπιπραζόλη δρα ως ανταγωνιστής σε άλλους υποδοχείς, αλλά με χαμηλότερη δραστικότητα.

Το μαγνήσιο (magnesium) ίναι το τέταρτο σημαντικότερο κατιόν στο σώμα και το δεύτερο σημαντικότερο ενδοκυτταρικό κατιόν μετά το κάλιο. Το μαγνήσιο είναι συμπαράγοντας σε περισσοτερα από 300 ενζυμικά συστήματα που συμμετέχουν, μεταξύ άλλων, σε όλες τις αντιδράσεις που απαιτούν ATP. Το μαγνήσιο παίζει σημαντικό ρόλο στην ενδοκυτταρική ηλεκτρολυτική ομοιόσταση και στην σταθεροποίηση της νευρομυικής μεμβράνης.

H ατενολόλη (atenolol) είναι β-αδρενεργικός αναστολέας με καρδιοεκλεκτική δράση (δράση β1) και χρησιμοποιείται στην αντιμετώπιση της αυξημένης αρτηριακής πίεσης και στις καρδιακές αρρυθμίες. H ατενολόλη στερείται επίσης ενδογενούς συμπαθητικομιμητικής και σταθεροποιητικής δράσης επί της κυτταρικής μεμβράνης. Όπως και οι άλλοι β-αναστολείς, η ατενολόλη έχει αρνητική ινότροπο δράση.

H ατορβαστατίνη (atorvastatin) είναι ένας εκλεκτικός, ανταγωνιστικός αναστολέας της HMG-CoA. Η ατορβαστατίνη μειώνει τη χοληστερόλη στο πλάσμα και τα επίπεδα των λιποπρωτεϊνών στον ορό αναστέλλοντας την HMG-CoA αναγωγάση και ακολούθως τη βιοσύνθεση της χοληστερόλης στο ήπαρ και αυξάνει τον αριθμό των LDL υποδοχέων στην επιφάνεια των ηπατικών κυττάρων, τα οποία αυξάνουν την πρόσληψη και τον καταβολισμό της LDL.

Η βαλσαρτάνη (valsartan) είναι ένας χορηγούμενος από του στόματος δραστικός, ισχυρός, και εξειδικευμένος ανταγωνιστής των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ. Δρα εκλεκτικά στον υποδοχέα υποτύπου AT1, ο οποίος είναι υπεύθυνος για τις γνωστές δράσεις της αγγειοτενσίνης ΙΙ.

Η βεκλομεθαζόνη (beclometasone) είναι ένα γλυκοκορτικοειδές με αντιφλεγμονώδη δράση και περιορισμένη αλατοκορτικοειδή δράση. Παρατηρείται τοπική επίδραση στην κατώτερη αναπνευστική οδό μετά από χορήγηση στο αναπνευστικό σύστημα με εισπνοή. Η βεκλομεθαζόνη αποτελεί προφάρμακο με ασθενή δραστικότητα ως προς την σύνδεση με υποδοχείς γλυκοκορτικοειδών. Υδρολύεται από εστεράσες προς τον ενεργό μεταβολίτη 17-μονοπροπιονική βεκλομεθαζόνη (beclomethasone-17-monopropionate: Β-17-ΜΡ), η οποία έχει ισχυρή τοπική αντιφλεγμονώδη δράση.

Η βενλαφαξίνη (venlafaxine) έχει αντικαταθλιπτική δράση. Ο μηχανισμός αντικαταθλιπτικής δράσης της βενλαφαξίνης πιστεύεται ότι συνδέεται με την ενίσχυση της νευροδιαβιβαστικής δραστηριότητας στο κεντρικό νευρικό σύστημα. Η βενλαφαξίνη και ο βασικός μεταβολίτης της ODV, είναι ισχυροί αναστολείς της επαναπρόσληψης σεροτονίνης και νοραδρεναλίνης.

Η βισοπρολόλη (bisoprolol) είναι ένας ισχυρός β1εκλεκτικόςαδρενεργικός αποκλειστής, χωρίς εγγενή διεγερτική και σχετική σταθεροποιητική μεμβρανική δράση.

Η χοληκαλσιφερόλη (D3) σχηματίζεται στο δέρμα με την έκθεση στο υπεριώδες (UV) φως και μετατρέπεται στη βιολογικά ενεργή μορφή της, 1,25-διυδροξυ-χοληκαλσιφερόλη, σε δύο στάδια υδροξυλίωσης, πρώτα στο ήπαρ (θέση 25) και κατόπιν στο νεφρικό ιστό (θέση 1). Μαζί με την παραθορμόνη και την καλσιτονίνη, η 1,25-διυδροξυ-χοληκαλσιφερόλη έχει σημαντικό αντίκτυπο στη ρύθμιση του μεταβολισμού του ασβεστίου και του φωσφόρου.

H βουδεσονίδη (budesonide) είναι ένα μη αλογονωμένο γλυκοκορτικοειδές με ισχυρή τοπική αντιφλεγμονώδη δράση στο αναπνευστικό σύστημα. Γενικά, η βουδεσονίδη αναστέλλει πολλές φλεγμονώδεις διαδικασίες συμπεριλαμβανομένης της παραγωγής κυτοκίνης, της ενεργοποίησης των φλεγμονωδών κυττάρων και της έκφρασης των μορίων προσκόλλησης στα ενδοθηλιακά και τα επιθηλιακά κύτταρα. Σε δόσεις κλινικά ισοδύναμες με της πρεδνιζολόνης, η βουδεσονίδη προκαλεί σημαντικά μικρότερη καταστολή του άξονα ΥΥΕ και έχει χαμηλότερη επίδραση στους δείκτες της φλεγμονής.

Η βρωμαζεπάμη (bromazepam) ελαττώνει εκλεκτικά την ένταση και το άγχος σε χαμηλές δόσεις, ενώ σε υψηλές δόσεις, παρουσιάζει κατασταλτικές και μυοχαλαρωτικές ιδιότητες.

Το γαδοπεντετικό οξύ (gadopentetic acid) είναι ένα παραμαγνητικό σκιαγραφικό μέσο για την απεικόνιση μαγνητικού συντονισμού.

Η γκαμπαπεντίνη (gabapentin) ενδείκνυται ως συμπληρωματική θεραπεία των εστιακών επιληπτικών κρίσεων και στη θεραπεία του περιφερικού νευροπαθητικού πόνου. Η γκαμπαπεντίνη εισχωρεί άμεσα στον εγκέφαλο και προλαμβάνει τις επιληπτικές κρίσεις σε ορισμένο αριθμό ζωικών μοντέλων επιληψίας. Η γκαμπαπεντίνη συνδέεται με υψηλή συγγένεια στην α2δ (άλφα-2-δέλτα) υπομονάδα των τασεοεξαρτώμενων διαύλων ασβεστίου και υποστηρίζεται ότι η σύνδεση με την α2δ υπομονάδα μπορεί να σχετίζεται με τις αντιεπιληπτικές δράσεις στα ζώα.

Η γλιβενκλαμίδη ανήκει στις σουλφονυλουρίες β' γενεάς και είναι αντιδιαβητικό φάρμακο.

Η γλικλαζίδη (gliclazide) είναι μια από του στόματος αντιδιαβητική δραστική ουσία. Η γλικλαζίδη μειώνει τη γλυκόζη του αίματος διεγείροντας την έκκριση ινσουλίνης από τα β-κύτταρα των νησιδίων του Langerhans.

Η γλιμεπιρίδη (glimepiride) είναι μια από του στόματος, δραστική υπογλυκαιμική ουσία που ανήκει στην ομάδα των σουλφονυλουριών. Χρησιμοποιείται σε περιπτώσεις μη ινσουλινοεξαρτώμενου σακχαρώδη διαβήτη. Η γλιμεπιρίδη δρα κυρίως με διέγερση της απελευθέρωσης ινσουλίνης από τα β-κύτταρα του παγκρέατος.

Ο σίδηρος έχει σπουδαία βιολογική σημασία στην αιμοποίηση και στα οξειδοαναγωγικά φαινόμενα των ιστών. Απορροφάται σαν δισθενής σίδηρος σχεδόν αποκλειστικά στα πρώτα τμήματα του εντέρου σε ποσότητα ανάλογη με τις ανάγκες του οργανισμού. Ο γλυκονικός σίδηρος περιέχει περίπου 12% δισθενή σίδηρο. Το ιδιοσκεύασμα επιτρέπει την αφομοίωση του σιδήρου από τα ερυθροκύτταρα στους ασθενείς που πάσχουν από έλλειψη σιδήρου.

Η δεξαμεθαζόνη (dexamethasone) είναι ένα συνθετικό γλυκοκορτικοειδές με επταπλάσια αντιφλεγμονώδη δράση από την πρεδνιζολόνη. Όπως άλλα γλυκοκορτικοειδή, η δεξαμεθαζόνη έχει επίσης αντιαλλεργικές, αντιτοξικές, αντιπυρετικές και ανοσοκατασταλτικές ιδιότητες.

Η δονεπεζίλη (donepezil) είναι ένας ειδικός και αναστρέψιμος αναστολέας της ακετυλοχολινεστεράσης. H αναστολή αυτή ενδέχεται να αναστείλει τον ρυθμό προόδου της έκπτωσης των νοητικών λειτουργιών στη νόσο Alzheimer.

Η εζετιμίμπη (ezetimibe) ελαττώνει τα λιπίδια που αναστέλλουν επιλεκτικά την εντερική απορρόφηση της χοληστερόλης και των συναφών φυτικών στερολών. Η εζετιμίμπη είναι ενεργή χορηγούμενη από το στόμα και έχει μηχανισμό δράσης που διαφέρει από άλλες κατηγορίες ουσιών που μειώνουν τη χοληστερόλη (π.χ. στατίνες, ενώσεις που δεσμεύουν τα χολικά οξέα [ρητίνες], παράγωγα ινικού οξέος και φυτικές στανόλες). Ο μοριακός στόχος της εζετιμίμπης είναι ο μεταφορέας στερολών, Niemann-Pick Cl-Like 1 (NPC1L1) που είναι υπεύθυνος για την εντερική απορρόφηση της χοληστερόλης και των φυτοστερολών.

Η εζετιμίμπη εντοπίζεται στις ψηκτροειδείς παρυφές του λεπτού εντέρου και αναστέλλει την απορρόφηση της χοληστερόλης, οδηγώντας σε μείωση της προσαγόμενης εντερικής χοληστερόλης στο ήπαρ. Οι στατίνες μειώνουν τη σύνθεση της χοληστερόλης στο ήπαρ και από κοινού, οι δύο αυτοί διαφορετικοί μηχανισμοί παρέχουν συμπληρωματικά μείωση της χοληστερόλης. Σε μία κλινική μελέτη 2 εβδομάδων σε 18 υπερχοληστερολαιμικούς ασθενείς, η εζετιμίμπη ανέστειλε την απορρόφηση της εντερικής χοληστερόλης κατά 54% σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο.

Η εναλαπρίλη (enalapril), ένα παράγωγο δύο αμινοξέων της L-αλανίνης και της L-προλίνης. Μετά την απορρόφηση, η εναλαπρίλη υδρολύεται σε άλας της εναλαπρίλης που αναστέλλει το μετατρεπτικό ένζυμο της αγγειοτενσίνης.

H εξεμεστάνη (exemestane) είναι ένας μη αντιστρεπτός στεροειδής αναστολέας της αρωματάσης και η δομή του σχετίζεται με το φυσικό υπόστρωμα την ανδροστενεδιόνη.

Η επλερενόνη (eplerenone) είναι ένα φάρμακο που ανήκει στην κατηγορία των ανταγωνιστών αλδοστερόνης. Η επλερενόνη έχει σχετική εκλεκτικότητα σύνδεσης με τους ανασυνδυασμένους ανθρώπινους υποδοχείς των αλατοκορτικοειδών, σε σύγκριση με τους ανασυνδυασμένους ανθρώπινους υποδοχείς των γλυκοκορτικοειδών, της προγεστερόνης και των ανδρογόνων. Η επλερενόνη παρεμποδίζει τη σύνδεση της αλδοστερόνης, που αποτελεί βασική ορμόνη του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης (RAAS), η οποία εμπλέκεται στη ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης και στην παθοφυσιολογία της καρδιαγγειακής νόσου.

Η εσκιταλοπράμη (escitalopram) είναι εκλεκτικός αναστολέας της επαναπρόσληψης της σεροτονίνης (5-HT) με υψηλή δέσμευση στην κύρια θέση σύνδεσης. Επίσης συνδέεται με την αλλοστερική θέση σύνδεσης της πρωτεΐνης μεταφοράς της σεροτονίνης με 1000 φορές χαμηλότερη δέσμευση.

Η εσομεπραζόλη (esomeprazole) είναι μια ασθενής βάση, που συγκεντρώνεται και μετατρέπεται σε δραστική μορφή στο πολύ όξινο περιβάλλον των εκκριτικών σωληναρίων του τοιχωματικού κυττάρου, όπου και αναστέλλει το ένζυμο Η+, Κ+ -ΑΤΡάση, δηλ. την αντλία πρωτονίων, με αποτέλεσμα την αναστολή τόσο της βασικής, όσο και της μετά από διέγερση έκκρισης οξέος.

Το ιβανδρονικό οξύ (ibandronic acid) ανήκει στην ομάδα των διφωσφονικών ενώσεων, οι οποίες δρουν ειδικά στα οστά. Η εκλεκτική δράση τους στον οστίτη ιστό βασίζεται στην υψηλή συγγένεια των διφωσφονικών προς τα ανόργανα άλατα των οστών. Τα διφωσφονικά δρουν αναστέλλοντας την οστεοκλαστική δραστηριότητα, αν και ο ακριβής μηχανισμός δράσης τους δεν είναι ακόμη σαφής. In vivo, το ιβανδρονικό οξύ προλαμβάνει την πειραματικά προκαλούμενη καταστροφή των οστών από τη διακοπή της λειτουργίας των γονάδων, ρετινοειδή, όγκους ή εκχυλίσματα όγκων.

Η ιοπαμιδόλη (iopamidol) είναι ένα σκιαγραφικό μέσο της νέας γενιάς μη-ιονικών σκιαγραφικών σκευασμάτων των οποίων η διαλυτότητα οφείλεται στην παρουσία υδροφιλικών ομάδων στο μόριό τους.

Το ιπρατρόπιο (ipratropium) είναι ένα αντιχολινεργικό φάρμακο το οποίο αναστέλλει τα αντανακλαστικά τα οποία εκλύονται μέσω του πνευμονογαστρικού νεύρου, ανταγωνιζόμενο τη δράση της ακετυλοχολίνης, του νευροδιαβιβαστού ο οποίος απελευθερώνεται από το πνευμονογαστρικό νεύρο και προκαλεί βρογχόσπασμο, βήχα κλπ.

Η ιρβεσαρτάνη (irbesartan) είναι ένας ειδικός ανταγωνιστής των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ και έχει ιδιότητες παρόμοιες με των α-ΜΕΑ, δηλ. πρόκληση αγγειοδιαστολής και αναστολή της έκκρισης αλδοστερόνης. Η ιρβεσαρτάνη είναι ένας ισχυρός, δραστικός μετά την από του στόματος λήψη εκλεκτικός ανταγωνιστής των υποδοχέων της αγγειοτασίνης-II (τύπου AT1). Αναμένεται να αποκλείει όλες τις δράσεις της αγγειοτασίνης-II στις οποίες μεσολαβεί ο υποδοχέας AT1, ανεξάρτητα από την πηγή ή την οδό σύνθεσης της αγγειοτασίνης-II. O εκλεκτικός ανταγωνισμός των υποδοχέων της αγγειοτασίνης-II (AT1) οδηγεί σε αυξήσεις των επιπέδων της ρενίνης και της αγγειοτασίνης-II στο πλάσμα και μία μείωση της συγκέντρωσης της αλδοστερόνης στο πλάσμα.

Η ιτρακοναζόλη (itraconazole) είναι ένα τριαζολικό παράγωγο που αναστέλλει τη σύνθεση της εργοστερόλης στα κύτταρα των μυκήτων. Η εργοστερόλη είναι ένα θεμελιώδες συστατικό της κυτταρικής μεμβράνης των μυκήτων. Η παρεμπόδιση της σύνθεσης της εργοστερόλης τελικά καταλήγει σε αντιμυκητιασική δράση.

Η καντεσαρτάνη (candesartan) ανήκει σε μία κατηγορία φαρμάκων, που ονομάζονται ειδικοί ανταγωνιστές των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ και έχουν ιδιότητες παρόμοιες με των α-ΜΕΑ. Η καντεσαρτάνη αποκλείοντας τη δράση της ορμόνης αγγειοτασίνη II, προκαλεί χάλαση των αιμοφόρων αγγείων που έχει σαν αποτέλεσμα την μείωση της αρτηριακής πίεσης, και διευκολύνει την καρδιά να διοχετεύει το αίμα σε όλο το σώμα.

Η καπτοπρίλη (captopril) είναι ένας υψηλά εκλεκτικός, ανταγωνιστικός αναστολέας του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης Ι (αναστολείς ΜΕΑ). Η καπτοπρίλη αναστέλλει το ένζυμο που μετατρέπει την αγγιοτασίνη Ι στον ισχυρό αγγειοσυσταλτικό παράγοντα αγγειοτασίνη ΙΙ και επίσης ελαττώνει το ρυθμό αδρανοποίησης βραδυκινίνης. Έτσι η καπτοπρίλη προκαλεί αγγειοδιαστολή και με την μείωση των επιπέδων της αγγειοτασίνης ΙΙ, μειώνει την έκκριση αλδοστερόνης και έτσι προκαλείται μειωμένη κατακράτηση νατρίου και ύδατος.

Η καρβεδιλόλη (carvedilol) είναι ένας αγγειοδιασταλτικός μη-εκλεκτικός β-αποκλειστής που μειώνει την περιφερική αγγειακή αντίσταση με εκλεκτικό αποκλεισμό των α1υποδοχέων και καταστέλλει το σύστημα ρενίνηςαγγειοτασίνης με μη-εκλεκτικό β-αποκλεισμό.

Η κεφακλόρη (cefaclor) είναι αντιβιοτικό το οποίο ανήκει στην ομάδα των ημισυνθετικών κεφαλοσπορινών δευτέρας γενεάς και προορίζεται για χορήγηση από του στόματος. Οι in vitro δοκιμασίες έχουν δείξει ότι η βακτηριοκτόνος δράση της κεφακλόρης οφείλεται στην αναστολή της σύνθεσης του κυτταρικού τοιχώματος των βακτηρίων.

Η κεφουροξίμη (cefuroxime) είναι αντιβιοτικό που ανήκει στην ομάδα των ημισυνθετικών κεφαλοσπορινών 2ης γενεάς. Έχει βακτηριοκτόνο δράση έναντι μεγάλου αριθμού κοινών παθογόνων μικροβίων, συμπεριλαμβανομένων και των στελεχών που παράγουν βήτα-λακταμάσες και συνεπώς είναι δραστική εναντίον πολλών στελεχών ανθεκτικών στην αμπικιλλίνη και την αμοξυκιλλίνη. Η βακτηριοκτόνος δράση της κεφουροξίμης οφείλεται στην αναστολή συνθέσεως του κυτταρικού τοιχώματος των μικροβίων δεσμεύοντας βασικές του πρωτεΐνες.

Η κεφπροζίλη (cefprozil) είναι ένα ημισυνθετικό αντιβιοτικό ευρέος φάσματος που χορηγείται από το στόμα και ανήκει στην ομάδα των κεφαλοσπορινών β' γενεάς. Η μικροβιοκτόνος δράση της κεφπροζίλης προκύπτει από αναστολή της σύνθεσης του μικροβιακού τοιχώματος.

Η κλαριθρομυκίνη (clarithromycin) είναι ημισυνθετικό μακρολιδικό αντιβιοτικό, προϊόν υποκατάστασης της υδροξυλικής ομάδας στη θέση 6 με ομάδα CH3O στον λακτονικό δακτύλιο της ερυθρομυκίνης. Η κλαριθρομυκίνη ασκεί την αντιμικροβιακή της δράση συνδεόμενη με τις ριβοσωμιακές υπομονάδες 50S των ευαίσθητων μικροβίων και καταστέλλει τη σύνθεση των πρωτεϊνών.

Η κλοπιδογρέλη (clopidogrel) είναι ένα προφάρμακο, ένας από τους μεταβολίτες του οποίου είναι αναστολέας της συσσώρευσης των αιμοπεταλίων. Η κλοπιδογρέλη πρέπει να μεταβολιστεί από τα ένζυμα του CYP450 για να παράξει το δραστικό μεταβολίτη που αναστέλλει τη συσσώρευση των αιμοπεταλίων.

Η κορτιζόλη συντίθεται στη φλοιώδη μοίρα των επινεφριδίων, από την κορτιζόνη, η οποία είναι αδρανής μέχρι να μετατραπεί στη δραστική υδροκορτιζόνη (hydrocortisone). Η υδροκορτιζόνη ανήκει στα βραχείας δράσης γλυκοκορτικοειδή με μέσο όρο δράσης 8-12 ώρες.

Η κουετιαπίνη (quetiapine) είναι ένας άτυπος αντιψυχωτικός παράγοντας. Η κουετιαπίνη και ο δραστικός ανθρώπινος μεταβολίτης στο πλάσμα, νορκουετιαπίνη, αλληλεπιδρούν με ευρύ φάσμα υποδοχέων νευροδιαβιβαστών.

Η λαμοτριγίνη (lamotrigine) αποτελεί έναν αναστολέα των ηλεκτροδυναμικών διαύλων νατρίου. Αναστέλλει την επαναλαμβανόμενη μεταγωγή σήματος μέσω των νευρώνων και την απελευθέρωση του γλουταμινικού (ενός νευροδιαβιβαστή που διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην εμφάνιση επιληπτικών κρίσεων).

Η λανσοπραζόλη (lansoprazole) είναι ένας αναστολέας της γαστρικής αντλίας πρωτονίων. Αναστέλλει το τελικό στάδιο σχηματισμού του γαστρικού οξέος μέσω της αναστολής της δραστηριότητας της Η+/Κ+ ΑΤΡάσης των τοιχωματικών κυττάρων του στομάχου. Η αναστολή είναι δοσοεξαρτώμενη και αναστρέψιμη και το αποτέλεσμα αφορά και τη βασική και την μετά από διέγερση έκκριση του γαστρικού οξέος.

Η δραστική ουσία λατανοπρόστη (latanoprost), ανάλογο της προσταγλανδίνης F, είναι εκλεκτικός αγωνιστής υποδοχέων prostanoid FP που μειώνει την ενδοφθάλμια πίεση αυξάνοντας την εκροή του υδατοειδούς υγρού.

Η λεβετιρακετάμη (levetiracetam) είναι ένα πυρρολιδονικό παράγωγο, το οποίο δεν έχει χημική σχέση με τις υπάρχουσες αντιεπιληπτικές δραστικές ουσίες. Η λεβετιρακετάμη παρέχει προστασία κατά των σπασμών σε ευρύ φάσμα μοντέλων πειραματόζωων της εστιακής και της πρωτογενώς γενικευμένης επιληψίας χωρίς να έχει προσπασμωδική ενέργεια. Ο πρωτογενής μεταβολίτης είναι αδρανής.

Η λεβοφλοξασίνη (levofloxacin) ως αντιβακτηριακός παράγοντας της ομάδας των φθοριοκινολονών δρα στο σύμπλεγμα DNA – DNA-γυράση και στην τοποϊσομεράση IV.

Η λετροζόλη (letrozole) είναι ένας μη στεροειδής αναστολέας της αρωματάσης. Αναστέλλει το ένζυμο αρωματάση, δεσμεύοντας ανταγωνιστικά την αίμη του κυτοχρώματος P450 της αρωματάσης, με αποτέλεσμα τη μείωση της βιοσύνθεσης των οιστρογόνων σε όλους τους ιστούς όπου αυτό υπάρχει.

Η λευπρολίδη (leuprorelin) είναι ένα συνθετικό ανάλογο του φυσικού υποθαλαμικού “εκλυτικού παράγοντα” LHRH, ο οποίος ελέγχει την έκκριση των γοναδοτροπινών ορμονών LH (ωχρινοτρόπος ορμόνη) και FSH (ωοθυλακιοτρόπος ορμόνη) από τον πρόσθιο λοβό του αδένα της υπόφυσης. Αυτές οι ορμόνες με τη σειρά τους διεγείρουν τη σύνθεση των στεροειδών στις γονάδες. Αποτέλεσμα της δράσης της είναι η καταστολή της παραγωγής των ορμονών του φύλου από τις ωοθήκες και τους όρχεις. Η δράση αυτή είναι αναστρέψιμη με τη διακοπή του φαρμάκου.

Η λισινοπρίλη (lisinopril) είναι αναστολέας της πεπτιδυλικής διπεπτιδάσης. Αναστέλει το Μετατρεπτικό ένζυμο της Αγγειοτασίνης (ΜΕΑ) που καταλύει την αντίδραση μετατροπής της αγγειοτασίνης Ι στο αγγειοσυσπαστικό πεπτίδιο, αγγειοτασίνη ΙΙ. Η αγγειοτασίνη ΙΙ επίσης διεγείρει την έκκριση της αλδοστερόνης από τον φλοιό των επινεφριδίων. Η αναστολή του ΜΕΑ έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση των επιπέδων της αγγειοτασίνης ΙΙ, που συνεπάγεται μείωση της αγγειοσυσπαστικής δραστηριότητας και ελάττωση έκκρισης της αλδοστερόνης.

Η λοβαστατίνη (lovastatin) είναι μία λακτόνη, που όταν υδρολυθεί, προκύπτει η δραστική ουσία, η οποία με τη σειρά της αναστέλλει την HMG-CoA αναγωγάση (το περιοριστικό της ταχύτητας ένζυμο στη σύνθεση χοληστερόλης) με αποτέλεσμα να μειώνει τα επίπεδα της χοληστερόλης στο πλάσμα.

Η λοραζεπάμη (lorazepam) ανήκει στην κατηγορία των βενζοδιαζεπινών και δρα ως αγχολυτικό όταν χορηγείται σε μικρές δόσεις στη διάρκεια της ημέρας. Οι βενζοδιαζεπίνες πιθανά εκδηλώνουν τη δράση τους συνδεόμενες με ειδικούς υποδοχείς σε αρκετά σημεία του Κ.Ν.Σ., είτε ενισχύοντας τα αποτέλέσματα της συναπτικής και προσυναπτικής αναστολής που πραγματοποιούνται με τη μεσολάβηση του γ-αμινοβουτυρικού οξέος ή επιδρώντας άμεσα στη δράση μηχανισμών παραγωγής δυναμικού.

Η λοσαρτάνη (losartan) είναι ένας ανταγωνιστής των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ και αποκλείοντας τη δράση της ορμόνης αγγειοτασίνη II, προκαλεί χάλαση των αιμοφόρων αγγείων που έχει σαν αποτέλεσμα την μείωση της αρτηριακής πίεσης.

Η μανιδιπίνη (manidipine) είναι ένας εκλεκτικός αναστολέας διαύλων ασβεστίου με κύρια αγγειακή δράση, της ομάδας των διυδροπυριδινών, που εμφανίζει αντιυπερτασική δράση και φαρμακοδυναμικές ιδιότητες ευνοϊκές για τη νεφρική λειτουργία.

Η μεδοξομιλική ολμεσαρτάνη (olmesartan medoxomil) είναι ένας ισχυρός, δρων από του στόματος, εκλεκτικός, ανταγωνιστής του υποδοχέα (τύπου AT1) της αγγειοτασίνης ΙΙ. Αναμένεται να αποκλείει όλες τις δράσεις της αγγειοτασίνης ΙΙ, μέσω του υποδοχέα AT1, ανεξάρτητα από την πηγή ή την οδό της σύνθεσης της αγγειοτασίνης ΙΙ. Ο εκλεκτικός ανταγωνισμός των υποδοχέων (AT1) της αγγειοτασίνης ΙΙ έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση των επιπέδων της ρενίνης και της συγκέντρωσης της αγγειοτασίνης Ι και ΙΙ στο πλάσμα και κάποια ελάττωση των συγκεντρώσεων της αλδοστερόνης στο πλάσμα.

Η μεμαντίνη (memantine) είναι ένας εξαρτώμενος από την τάση, μη συναγωνιστικός ανταγωνιστής υποδοχέος-NMDA μέτριας συγγένειας. Ρυθμίζει τη δράση των παθολογικώς αυξημένων τονικών επιπέδων γλουταμινικού που μπορούν να οδηγήσουν σε νευρωνική δυσλειτουργία.

Η μετφορμίνη (metformin) είναι ένα διγουανίδιο με ανπ-υπεργλυκσιμικές ιδιότητες, το οποίο μειώνει και τη βασική και τη μεταγευματική γλυκόζη του πλάσματος. Δεν διεγείρει την έκκριση ινσουλίνης και κατά συνέπεια δεν δημιουργεί υπογλυκαιμία.

Η μιρταζαπίνη (mirtazapine) είναι ένας κεντρικά δρών ανταγωνιστής των α2 προσυναπτικών υποδοχέων, ο οποίος αυξάνει την κεντρική νοραδρενεργική και σεροτονινεργική νευρομεταβίβαση. Η ενίσχυση της σεροτονινεργικής νευρομεταβίβασης μεσολαβείται ειδικά μέσω των 5‑ΗΤ1 υποδοχέων, καθώς οι 5‑ΗΤ2 και 5‑ΗΤ3 υποδοχείς αποκλείονται από τη μιρταζαπίνη. Και τα δύο εναντιομερή της μιρταζαπίνης θεωρείται ότι συμβάλλουν στην αντικαταθλιπτική δράση, το S(+) εναντιομερές αποκλείοντας τους α2 και 5‑ΗΤ2 υποδοχείς και το R(-) εναντιομερές αποκλείοντας τους 5‑ΗΤ3 υποδοχείς.

Η μομεταζόνη (mometasone) είναι ένα τοπικό γλυκοκορτικοειδές με τοπικές αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες. Είναι πιθανό ότι το μεγαλύτερο μέρος του μηχανισμού των δράσεων της μομεταζόνης έγκειται στην ικανότητά της να αναστέλλει την απελευθέρωση μεσολαβητών του καταρράκτη των φλεγμονωδών αντιδράσεων.

Η μοντελουκάστη (montelukast) είναι ένας ανταγωνιστής των υποδοχέων των λευκοτριενίων που αποκλείει ουσίες που λέγονται λευκοτριένια. Τα λευκοτριένια προκαλούν στένωση και οίδημα των αεραγωγών στους πνεύμονες. Ο αποκλεισμός των λευκοτριενίων βελτιώνει τα συμπτώματα του άσθματος και βοηθά στην πρόληψη κρίσεων του άσθματος.

Η μοξιφλοξασίνη (moxifloxacin) ανήκει στις κινολόνες β' γενεάς και είναι αποτελεσματική έναντι ενός ευρέος φάσματος μικροβίων, που ενοχοποιούνται για λοιμώξεις. Η βακτηριοκτόνος δράση της μοξιφλοξασίνης είναι αποτέλεσμα της αναστολής της τοποϊσομεράσης II (γυράση του DNA) και της τοποϊσομεράσης IV που απαιτούνται για την αναπαραγωγή του βακτηριακού DNA, την αντιγραφή την επιδιόρθωση και τον ανασυνδυασμό.

Η νεμπιβολόλη (nebivolol) είναι ισχυρός και εκλεκτικός ανταγωνιστής των βήτα υποδοχέων και έχει ήπιες αγγειοδιασταλτικές ιδιότητες, που οφείλονται σε επίδραση στην οδό L-αργινίνης/νιτρικού οξειδίου.

H νιμοδιπίνη (nimodipine) είναι ένας ανταγωνιστής ασβεστίου που ανήκει στην ομάδα των 1,4- διυδροπυριδινών. Η νιμοδιπίνη αναστέλει τη μεταφορά των ιόντων ασβεσίου στα κύτταρα των αγγείων και συνεπώς αναστέλει τις συσπάσεις του αγγειακού λείου μυϊκού ιστού.

Η νιφεδιπίνη (nifedipine) είναι ανταγωνιστής του ασβεστίου του τύπου 1,4-διυδροπυριδινών, δηλαδή, ουσία που αναστέλλει την εισροή ιόντων ασβεστίου στα κύτταρα του μυοκαρδίου και τα λεία μυϊκά κύτταρα των αγγείων. Η νιφεδιπίνη δρα κυρίως στα κύτταρα του μυοκαρδίου και στα λεία μυϊκά κύτταρα των στεφανιαίων αρτηριών και των περιφερικών αγγείων.

Η νορφλοξασίνη (norfloxacin) είναι ένα αντιμικροβιακό φάρμακο παράγωγο του καρβοξυλικού οξέως της κινολόνης για χορήγηση από το στόμα. Η νορφλοξασίνη αναστέλλει τη σύνθεση του μικροβιακού δεσοξυριβονουκλεϊνικού οξέος και είναι βακτηριοκτόνο.

Η ντουλοξετίνη (duloxetine) είναι ένας συνδυασμένος αναστολέας της επαναπρόσληψης σεροτονίνης (5-ΗΤ) και νορεπινεφρίνης (ΝΕ). Επίσης, αναστέλλει, ασθενώς, την επαναπρόσληψη της ντοπαμίνης και δεν έχει σημαντική συγγένεια με τους ισταμινεργικούς, τους ντοπαμινεργικούς, τους χολινεργικούς και τους αδρενεργικούς υποδοχείς.

H ολανζαπίνη (olanzapine) είναι ένας αντιψυχωτικός, αντιμανιακός και σταθεροποιητικός της διάθεσης παράγοντας, ο οποίος εκδηλώνει ένα ευρύ φαρμακολογικό προφίλ επιδράσεων σε ένα αριθμό συστημάτων υποδοχέων.

Η ομεπραζόλη (omeprazole), ένα ρακεμικό μίγμα δύο εναντιομερών, μειώνει τη γαστρική έκκριση οξέος μέσω ενός μηχανισμού δράσης υψηλής εκλεκτικότητας. Είναι ένας ειδικός αναστολέας της αντλίας πρωτονίων του τοιχωματικού κυττάρου. Δρα ταχέως και προσφέρει έλεγχο μέσω αντιστρεπτής αναστολής της γαστρικής έκκρισης οξέος, με μία μόνο δόση την ημέρα.

Η παντοπραζόλη (pantoprazole) είναι μία υποκατεστημένη βενζιμιδαζόλη η οποία αναστέλλει την έκκριση υδροχλωρικού οξέος στο στομάχι με ειδικό αποκλεισμό των αντλιών πρωτονίων των τοιχωματικών κυττάρων.

Η παροξετίνη (paroxetine) είναι ένας ισχυρός και εκλεκτικός αναστολέας της πρόσληψης της 5-υδροξυτρυπταμίνης (5-HT, σεροτονίνη) και η αντικαταθλιπτική του ενέργεια και αποτελεσματικότητα στη θεραπεία της ΙΨΔ,, της Αγχώδους Κοινωνικής Διαταραχής/Κοινωνικής Φοβίας, της Γενικής Αγχώδους Διαταραχής, του Μετατραυματικού Στρες, και της Διαταραχής Πανικού, θεωρείται ότι σχετίζεται με την εξειδικευμένη αναστολή της 5-HT στους εγκεφαλικούς νευρώνες.

Το πιντολικό μαγνήσιο (magnesium pidolate) καταστέλλει τη νευρική και νευρομυϊκή υπερδιεγερσιμότητα, εγγυάται την ιοντική ενδοκυτταρική ισορροπία, είναι φυσιολογικός ανταγωνιστής του ασβεστίου υπεισέρχεται ως συμπαράγοντας σε περισσότερες από 300 ενζυματικες αντιδράσεις. Το μισό από την ολική ποσότητα του μαγνησίου βρίσκεται στα οστά.

Η πραβαστατίνη (pravastatin) είναι ένας ανταγωνιστικός αναστολέας της αναγωγάσης του 3-υδρόξυ-3-μεθυλογλουταρυλικού-συνενζύμου Α (HMG-CoA), του ενζύμου που καταλύει το πρώιμο, καθοριστικό της ταχύτητας, στάδιο της βιοσύνθεσης της χοληστερόλης, και επιτυγχάνει την υπολιπιδαιμική της δράση με δύο τρόπους.

Η πραμιπεξόλη (pramipexole) είναι ένας αγωνιστής ντοπαμίνης, που συνδέεται με υψηλή εκλεκτικότητα και ειδικότητα στην D2 υπο-οικογένεια ντοπαμινεργικών υποδοχέων. Εχει εκλεκτική χημική συγγένεια με τους D3 υποδοχείς και έτσι έχει πλήρη ενδογενή δράση. Η πραμιπεξόλη ομαλοποιεί τις κινητικές διαταραχές των Παρκινσονικών, διεγείροντας τους ντοπαμινεργικούς υποδοχείς στο ραβδωτό σώμα. Μελέτες σε πειραματόζωα έδειξαν ότι η πραμιπεξόλη αναστέλλει τη σύνθεση, απελευθέρωση και επαναπρόσληψη της ντοπαμίνης.

H πρεγκαμπαλίνη είναι ανάλογο του γ-αμινοβουτυρικού οξέος ((S)3(αμινομέθυλ)5(μεθυλεξανοϊκό οξύ). H πρεγκαμπαλίνη συνδέεται σε μια επικουρική υποομάδα (α2-δ πρωτεΐνη) των ενεργοποιουμένων από διαφορά δυναμικού διαύλων ασβεστίου στο κεντρικό νευρικό σύστημα, εκτοπίζοντας δραστικά την [3Η]-γκαμπαπεντίνη. Ενδείκνυται για την θεραπευτική αντιμετώπιση του νευροπαθητικού άλγους, της επιληψίας και του γενικευμένου άγχους.

Η πρεδνιζολόνη (prednisolone) είναι ένα συνθετικό γλυκοκορτικοειδές και συγκεκριμένα είναι ένα συνθετικό παράγωγο της κορτιζόλης, η οποία είναι ορμόνη του φλοιού των επινεφριδίων. Η πρεδνιζολόνη έχει κυρίως αντιφλεγμονώδεις, αντιαλλεργικές και ανοσοκατασταλτικές ιδιότητες.

Η ραμιπριλάτη, ο ενεργός μεταβολίτης του προφαρμάκου ραμιπρίλης (ramipril), αναστέλλει τη δράση του ένζυμου διπεπτιδυλκαρβοξυπεπτιδάσης Ι (συνώνυμα: μετατρεπτικό ένζυμο της αγγειοτασίνης [ΜΕΑ], κινινάση ΙΙ). Στο πλάσμα και στους ιστούς το ένζυμο αυτό καταλύει τη μετατροπή της αγγειοτασίνης Ι στην ισχυρά αγγειοσυσταλτική ουσία αγγειοτασίνη ΙΙ, όπως επίσης και την αποικοδόμηση της ισχυρά αγγειοδιασταλτικής βραδυκινίνης. Ο μειωμένος σχηματισμός της αγγειοτασίνης ΙΙ και η αναστολή της αποικοδόμησης της βραδυκινίνης οδηγούν στην αγγειοδιαστολή.

Η ραμπεπραζόλη (rabeprazole) ανήκει στην κατηγορία των αντιεκκριτικών παραγόντων, των υποκατεστημένων βενζιμιδαζολών, οι οποίες δεν επιδεικνύουν αντιχολινεργικές ή Η2 ανταγωνιστικές της ισταμίνης ιδιότητες, αλλά οι οποίες καταστέλλουν την έκκριση του γαστρικού οξέος μέσω της ειδικής αναστολής του ενζύμου Η+/Κ+-ΑΤΡάσης (το οξύ ή την αντλία πρωτονίου).

Η ριβαστιγμίνη (rivastigmine) είναι ένας αναστολέας της ακετυλο-και βουτυρυλχολινεστεράσης καρβαμικού τύπου, που πιστεύεται ότι διευκολύνει τη χολινεργική νευροδιαβίβαση επιβραδύνοντας την αποικοδόμηση της ακετυλοχολίνης που απελευθερώνεται από όσους χολινεργικούς νευρώνες διατηρούν τη λειτουργικότητά τους. Έτσι, η ριβαστιγμίνη ενδέχεται να έχει βελτιωτική δράση σε γνωσιακά ελλείμματα χολινεργικής μεσολάβησης σχετιζόμενα με τη Νόσο Alzheimer.

Το ρισεδρονικό οξύ (risedronic acid) είναι ένα ανάλογο του πυροφωσφορικού και ανήκει στα διφωσφονικά. Το ρισεδρονικό οξύ δρα με αναστολή της αντλίας πρωτονίων των οστεοκλαστών, η λειτουργία της οποίας είναι απαραίτητη για την διάλυση του υδροξυαπατίτη. Επίσης, το ρισεδρονικό οξύ προκαλεί μείωση του σχηματισμού και της ενεργοποίησης των οστεοκλαστών, ενώ παράλληλα αυξάνει τον ρυθμό απόπτωσης των οστεοκλαστών.

Η ρισπεριδόνη (risperidone) είναι ένας εκλεκτικός μονοαμινεργικός ανταγωνιστής με μοναδικές ιδιότητες. Αν και η ρισπεριδόνη είναι ισχυρός D2 ανταγωνιστής, ο οποίος θεωρείται ότι βελτιώνει τα θετικά συμπτώματα της σχιζοφρένειας, προκαλεί μικρότερου βαθμού καταστολή της κινητικής δραστηριότητας και επαγωγή της καταληψίας από τα κλασικά αντιψυχωσικά.

Η ροξιθρομυκίνη (roxithromycin) είναι μια ημισυνθετική, αντιμικροβιακή ουσία που ανήκει στην κατηγορία των μακρολιδών. Το φάρμακο έχει ευρύ φάσμα δράσης κατά πολυάριθμων παθογόνων.

Η ροσουβαστατίνη (rosuvastatin) ανήκει στις στατίνες και είναι αναστολέας της HMG-CoA αναγωγάσης. Η ροσουβαστατίνη χρησιμοποιείται για την ελάττωση των υψηλών επιπέδων των λιπιδίων στον οργανισμό (ιδιαίτερα της χοληστερόλης και των τριγλυκεριδίων), όταν αυτό δεν επιτυγχάνεται με δίαιτα και άσκηση.

Η σερτραλίνη (sertraline) αποτελεί έναν ισχυρό και ειδικό αναστολέα της επαναπρόσληψης της σεροτονίνης (5-ΗΤ) από τους νευρώνες in vitro, με αποτέλεσμα την ενίσχυση της δράσης της 5-ΗΤ στα ζώα. Έχει πολύ ασθενή δράση στην επαναπρόσληψη της νορεπινεφρίνης και της ντοπαμίνης από τους νευρώνες..

Η σιλοσταζόλη (cilostazol) είναι ένας εκλεκτικός αναστολέας της 3-φωσφοδιεστεράσης τύπου (PDE3), με θεραπευτική έμφαση στην αύξηση της cAMP. Η αύξηση του cAMP οδηγεί σε μια αύξηση της ενεργούς μορφής της πρωτεΐνης κινάσης Α, η οποία συνδέεται άμεσα με αναστολή της συσσωμάτωσης των αιμοπεταλίων. Η πρωτεΐνη κινάση Α εμποδίζει επίσης την ενεργοποίηση ενός ενζύμου (κινάση της μυοσίνης, ελαφριάς αλυσίδας), που είναι σημαντική για τη σύσπαση των λείων μυϊκών κυττάρων, ασκώντας έτσι την αγγειοδιασταλτική δράση της.

Η σιμβαστατίνη (simvastatin) είναι ένας αναστολέας της HMG-CoA-αναγωγάσης και μ'αυτό τον τρόπο αναστέλλει το πρώτο ενζυμικό στάδιο στην σύνθεση των στερολών και επομένως της χοληστερόλης. Η μείωση της ενδοκυττάριας παραγωγής χοληστερόλης προκαλεί αύξηση του αριθμού των ειδικών υποδοχέων της LDL στην επιφάνεια του κυττάρου, οι οποίοι μπορούν να δεσμεύουν και να ενδοκυτταρώνουν τις κυκλοφορούσες LDL.

Η σιπροφλοξασίνη (ciprofloxacin) ανήκει στις κινολόνες, μια κατηγορία αντιβιοτικών που είναι κατάλληλη για τη θεραπεία λοιμώξεων ευρέως φάσματος. Η σιπροφλοξασίνη αναστέλει τη DNA γυράση κατά τέτοιο τρόπο ώστε να σταματά τον βακτηριακό μεταβολισμό και την αναπαραγωγή.

Η σιταλοπράμη (citalopram) είναι δικυκλικό παράγωγο του φθαλενίου με αντικαταθλιπτική δράση. Η σιταλοπράμη είναι πολύ εκλεκτικός αναστολέας επαναπρόσληψης της σεροτονίνης (SSRI) χωρίς ή με μικρή δράση στη πρόσληψη της νοραδρεναλίνης (NA), της ντοπαμίνης (DA) και του γάμμα αμινοβουτυρικού οξέος (GABA). Η σιταλοπράμη δεν επηρεάζει την επαναπρόσληψη νορεπνερίνης, ντοπαμίνης ή GABA (γάμμα-αμνοβουτυρκού οξέος).

Η σολιφενασίνη (solifenacin) είναι ένας ανταγωνιστικός αναστολέας μουσκαρινικού υποδοχέως του υποτύπου Μ3, με αποτέλεσμα να χαλαρώνει τον εξωστήρα λείο μυ της ουροδόχου κύστης, συμβάλλοντας στην θεραπευτική αντιμετώπιση της επιτακτικής ούρησης.

H ταμσουλοζίνη (tamsulosin) προσδένεται εκλεκτικά και συναγωνιστικά στους μετασυναπτικούς α1A αδρενεργικούς υποδοχείς, και ειδικότερα στους υποτύπους α1A και α1D. Προκαλεί χάλαση των λείων μυών του προστάτη και της ουρήθρας. Χαλαρώνοντας τις λείες μυικές ίνες του σφιγκτήρα της κύστεως, ανακουφίζει από τα αποφρακτικά φαινόμενα και αυξάνει τη ροή των ούρων. Έχει μικρή αντιυπερτασική δράση.

Η τελμισαρτάνη (telmisartan) είναι ένας από του στόματος αποτελεσματικός και ειδικός ανταγωνιστής των υποδοχέων (τύπου ΑΤ1) της αγγειοτενσίνης ΙΙ. Η τελμισαρτάνη συνδέεται εκλεκτικά με τον ΑΤ1 υποδοχέα. Η σύνδεση αυτή διαρκεί για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Η τιμολόλη (timolol) είναι βήτα-1 και βήτα-2 (μη-εκλεκτικός) αναστολέας αδρενεργικών υποδοχέων που δεν έχει σημαντική ενδογενή συμπαθομιμητική δράση, άμεση κατασταλτική δράση στο μυοκάρδιο ή σταθεροποιητική δράση στη μεμβράνη. Η τιμολόλη μειώνει την ενδοφθάλμια πίεση μειώνοντας τον σχηματισμό υδατοειδούς στο κροσσωτό επιθήλιο.

Η τολτεροδίνη (tolterodine) είναι συναγωνιστικός, ειδικός ανταγωνιστής των μουσκαρινικών υποδοχέων, που εμφανίζει επιλεκτικότητα για την ουροδόχο κύστη σε σύγκριση με τους σιελογόνους αδένες.

Η τοπιραμάτη (topiramate) ταξινομείται ως σουλφαματο-υποκατεστημένος μονοσακχαρίτης. Ο ακριβής μηχανισμός σύμφωνα με τον οποίο η τοπιραμάτη ασκεί τις αντιεπιληπτικές επιδράσεις και τις επιδράσεις της για την προφύλαξη από την ημικρανία δεν είναι γνωστός.

Η τραβοπρόστη (travoprost), ένα ανάλογο της προσταγλανδίνης F, είναι αμιγής αγωνιστής με υψηλή εκλεκτικότητα ο οποίος έχει μεγάλη χημική συγγένεια με τον υποδοχέα προσταγλανδίνης FP, και ελαττώνει την ενδοφθάλμια πίεση αυξάνοντας την εκροή του υδατοειδούς υγρού μέσω του δοκιδωτού δικτύου και των ραγοειδοσκληρικών οδών.

Η τρανδολαπρίλη (trandolapril) είναι ένας αναστολέας μετατρεπτικού ενζύμου αγγειοτασίνης (αναστολέας ΜΕΑ) χωρίς σουλφυδρυλική ομάδα, ο οποίος χορηγείται από του στόματος. Επιπροσθέτως της αναστολής του ΜΕΑ στο πλάσμα, η τραντολαπρίλη έχει επιδείξει πειραματικά ότι αναστέλλει το ΜΕΑ στους ιστούς (ιδιαίτερα στον αγγειακό, καρδιακό και επινεφριδιακό ιστό). Η κλινική σημασία της αναστολής ΜΕΑ στους ιστούς δεν έχει αποδειχθεί για τους ανθρώπους.

Το ακετονίδιο τριαμσινολόνης (triamcinolone) αποτελεί ένα πιο δραστικό παράγωγο της τριαμσινολόνης και είναι 8 φορές περίπου πιο δραστικό από την πρεδνιζόνη. Αν και ο ακριβής μηχανισμός της αντιαλλεργικής τους δράσης είναι άγνωστος, τα κορτικοστεροειδή είναι πολύ αποτελεσματικά στη θεραπεία των αλλεργικών νόσων στον άνθρωπο.

Η φλουκοναζόλη (fluconazole) ανήκει στην ομάδα των τριαζολούχων αντιμυκητιασικών παραγόντων και είναι ένας ισχυρός και ειδικός αναστολέας της σύνθεσης στερολών από τους μύκητες.

Η φλουοξετίνη (fluoxetine) είναι ένας εκλεκτικός αναστολέας της επαναπρόσληψης της σεροτονίνης και σε αυτό φαίνεται ότι οφείλεται ο μηχανισμός δράσης της. Πρακτικά, η φλουοξετίνη δεν έχει συγγένεια με άλλους υποδοχείς όπως οι α1, α2, και β-αδρενεργικοί, σεροτονινεργικοί, ντοπαμινεργικοί, ισταμινεργικοί-1 , μουσκαρινικοί και GABA υποδοχείς.

Η φλουτικαζόνη (fluticasone) έχει ισχυρή αντιφλεγμονώδη δράση, όμως όταν χρησιμοποιείται τοπικά στο ρινικό βλεννογόνο, δεν έχει ανιχνεύσιμη συστηματική δράση.

Συνδυασμοί δραστικών ουσιών

Κωδικός
Τίτλος
Κατηγοριοποίηση
Aσβέστιο, συνδυασμοί με άλλα φάρμακα
Aσβέστιο
Magnesium (different salts in combination)
Mαγνήσιο
Captopril and diuretics
Αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης (ΑΜΕΑ), σε συνδυασμό με διουρητικά
Enalapril and diuretics
Αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης (ΑΜΕΑ), σε συνδυασμό με διουρητικά
Ramipril and diuretics
Αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης (ΑΜΕΑ), σε συνδυασμό με διουρητικά
Quinapril and diuretics
Αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης (ΑΜΕΑ), σε συνδυασμό με διουρητικά
Losartan and diuretics
Ανταγωνιστές υποδοχέων αγγειοτασίνης ΙΙ σε συνδυασμό με διουρητικά
Valsartan and diuretics
Ανταγωνιστές υποδοχέων αγγειοτασίνης ΙΙ σε συνδυασμό με διουρητικά
Irbesartan and diuretics
Ανταγωνιστές υποδοχέων αγγειοτασίνης ΙΙ σε συνδυασμό με διουρητικά
Candesartan and diuretics
Ανταγωνιστές υποδοχέων αγγειοτασίνης ΙΙ σε συνδυασμό με διουρητικά
Telmisartan and diuretics
Ανταγωνιστές υποδοχέων αγγειοτασίνης ΙΙ σε συνδυασμό με διουρητικά
Olmesartan medoxomil and diuretics
Ανταγωνιστές υποδοχέων αγγειοτασίνης ΙΙ σε συνδυασμό με διουρητικά
Amoxicillin and enzyme inhibitor
Συνδυασμοί πενικιλλινών, περιλαμβανομένων των αναστολέων της β-λακταμάσης
Piperacillin and enzyme inhibitor
Συνδυασμοί πενικιλλινών, περιλαμβανομένων των αναστολέων της β-λακταμάσης
Levodopa, decarboxylase inhibitor and COMT inhibitor
Nτόπα και παράγωγα ντόπα
Salmeterol and fluticasone
Αδρενεργικά σε συνδυασμό με φάρμακα για τις αποφρακτικές παθήσεις των αεροφόρων οδών
Formoterol and budesonide
Αδρενεργικά σε συνδυασμό με φάρμακα για τις αποφρακτικές παθήσεις των αεροφόρων οδών
Salbutamol and ipratropium bromide
Αδρενεργικά σε συνδυασμό με αντιχολινεργικά