Τίτλοι κωδικού
| Γλώσσα | Τίτλος |
|---|---|
|
|
Διεγερτικοί παράγοντες των σειρών των αιμοποιητικών κυττάρων |
|
|
Colony stimulating factors |
Κατάταξη ομάδας
| Επίπεδο | Κωδικός | Τίτλος |
|---|---|---|
| 1 | L | Αντινεοπλασματικοί και ανοσοτροποποιητικοί παράγοντες |
| 2 | L03 | Ανοσοδιεγερτικοί παράγοντες |
| 3 | L03A | Ανοσοδιεγερτικοί παράγοντες |
| 4 | L03AA | Διεγερτικοί παράγοντες των σειρών των αιμοποιητικών κυττάρων |
Περιεχόμενα ομάδας
| Κωδικός | Τίτλος |
|---|---|
| L03AA02 | Filgrastim |
| L03AA03 | Molgramostim |
| L03AA09 | Sargramostim |
| L03AA10 | Lenograstim |
| L03AA12 | Ancestim |
| L03AA13 | Pegfilgrastim |
| L03AA14 | Lipegfilgrastim |
| L03AA15 | Balugrastim |
| L03AA18 | Efbemalenograstim alfa |
| L03AA19 | Eflapegrastim |
Δραστικές ουσίες ομάδας
| Δραστική ουσία | Σύντομη περιγραφή |
|---|---|
| Εφμπεμαλενογραστίμη άλφα |
Ο ανθρώπινος παράγοντας διέγερσης αποικιών κοκκιοκυττάρων (G-CSF) αποτελεί μια γλυκοπρωτεΐνη, η οποία ρυθμίζει την παραγωγή και την απελευθέρωση ουδετερόφιλων από τον μυελό των οστών. Η εφμπεμαλενογραστίμη άλφα αποτελεί μια ανασυνδυασμένη πρωτεΐνη σύντηξης που περιέχει GCSF, ένα στοιχείο σύνδεσης 16 αμινοξέων και το τμήμα Fc της ανθρώπινης IgG2. Η εφμπεμαλενογραστίμη άλφα αποτελεί μια παρατεταμένης διάρκειας μορφή του G-CSF λόγω της μειωμένης νεφρικής κάθαρσης. Η εφμπεμαλενογραστίμη άλφα και άλλοι G-CSF διαθέτουν πανομοιότυπους τρόπους δράσης, προκαλώντας σημαντική αύξηση στον αριθμό ουδετερόφιλων στο περιφερικό αίμα εντός 24 ωρών, με μικρές αυξήσεις σε μονοκύτταρα ή/και λεμφοκύτταρα. |
| Εφλαπεγκραστίμη |
Η εφλαπεγκραστίμη-xnst είναι ένας ανασυνδυασμένος ανθρώπινος αυξητικός παράγοντας κοκκιοκυττάρων που συνδέεται με τους υποδοχείς G-CSF σε μυελοειδή προγονικά κύτταρα και ουδετερόφιλα, ενεργοποιώντας μονοπάτια σηματοδότησης που ελέγχουν τη διαφοροποίηση, τον πολλαπλασιασμό, τη μετανάστευση και την επιβίωση των κυττάρων. Η εφλαπεγκραστίμη-xnst έχει αποδειχθεί ότι αυξάνει τον αριθμό των ουδετερόφιλων σε υγιή άτομα και σε ασθενείς με καρκίνο. |
| Φιλγραστίμη |
Η φιλγραστίμη (filgrastim) προκαλεί σημαντική αύξηση του αριθμού των ουδετεροφίλων στο περιφερικό αίμα μέσα σε 24 ώρες, συνοδευόμενη από σαφώς μικρότερες αυξήσεις σε μονοκύτταρα. |
| Λενογραστίμη |
Η λενογραστίμη (lenograstim) ανήκει στην ομάδα των κυτοκινών, των βιολογικώς δραστικών πρωτεϊνών που ρυθμίζουν τη διαφοροποίηση και την ανάπτυξη των κυττάρων. Η λενογραστίμη προκαλεί σημαντική αύξηση του αριθμού των ουδετεροφίλων του περιφερικού αίματος εντός 24 ωρών από τη χορήγηση. |
| Λιπεγκφιλγραστίμη |
Η λιπεγκφιλγραστίμη (lipegfilgrastim) είναι μια μορφή παρατεταμένης διάρκειας της φιλγραστίμης λόγω της μειωμένης νεφρικής κάθαρσης. Η λιπεγκφιλγραστίμη συνδέεται στον υποδοχέα του ανθρώπινου G-CSF όπως η φιλγραστίμη και η πεγκφιλγραστίμη. Ο ανθρώπινος G-CSF είναι μια γλυκοπρωτεΐνη που ρυθμίζει την παραγωγή και απελευθέρωση λειτουργικών ουδετεροφίλων από το μυελό των οστών. |
| Μολγραμοστίμη |
H μολγραμοστίμη (molgramostim) είναι ανασυνδυασμένη γλυκοπρωτεΐνη ισοδύναμη με τον παράγοντα διέγερσης των αποικιών των κοκκιοκυττάρων και των μακροφάγων (r-HuGM-CSF). |
| Πεγκφιλγκραστίμη |
Η πεγκφιλγκραστίμη (pegfilgrastim) αποτελεί μια μορφή παρατεταμένης διάρκειας της φιλγραστίμης, χάρη στη μειωμένη νεφρική κάθαρση. Έχει αποδειχθεί ότι η πεγκφιλγκραστίμη και η φιλγραστίμη έχουν τον ίδιο τρόπο δράσης, προκαλώντας σημαντική αύξηση του αριθμού των ουδετερόφιλων στο περιφερειακό αίμα μέσα σε 24 ώρες, με μικρή μόνο αύξηση των μονοκυττάρων και/ή των λεμφοκυττάρων. |
| Σαργραμοστίμη |
Η σαργραμοστίμη είναι ανασυνδυασμένος ανθρώπινος GM-CSF. Η πρόσδεση στους υποδοχείς GM-CSF που εκφράζονται στην επιφάνεια των κυττάρων-στόχων (αιματοποιητικά προγονικά κύτταρα και ώριμα ανοσοκύτταρα), ξεκινά έναν ενδοκυττάριο καταρράκτη σηματοδότησης που επάγει τις κυτταρικές αποκρίσεις (δηλ. διαίρεση, ωρίμανση, ενεργοποίηση). Ο GM-CSF είναι ένας παράγοντας πολλαπλών σειρών και, εκτός από τις δοσοεξαρτώμενες επιδράσεις στη μυελομονοκυτταρική σειρά, μπορεί να προωθήσει τον πολλαπλασιασμό και την ωρίμανση των μεγακαρυοκυτταρικών και ερυθροειδών προγονικών κυττάρων. |