Facebook Twitter
Εικονίδιο αναζήτησης
Κλαύδιος Γαληνός
Δωρεάν εγγραφή Αποκτήσετε πρόσβαση σε όλες τις πληροφορίες και τα εργαλεία του galinos.gr για έναν μήνα
Γαληνός Office Χρησιμοποιήστε δωρεάν το νέο cloud πρόγραμμα διαχείρισης κάθε σύγχρονου ιατρείου
Έλεγχος συγχορήγησης Ελέγξτε την αγωγή σας για αντενδείξεις και αλληλεπιδράσεις μεταξύ των φαρμάκων
Πρόγραμμα συνδρομητών Μάθετε περισσότερα για τα οφέλη και τις επιπλέον παροχές των συνδρομητικών προγραμμάτων
Γαληνός Mobile Κατεβάστε τη δωρεάν εφαρμογή και απολαύστε τις υπηρεσίες του galinos.gr σε κινητό ή tablet
Γνωρίζατε οτι... Μοιραζόμαστε μαζί σας γεγονότα της πορείας του galinos.gr από το 2011 μέχρι σήμερα
Λογότυπο Γαληνού
 

ZINADOL F.C.TAB 500MG/TAB BTX14(BLIST2X7)

Ευρετήριο Αναφορές

Σκεύασμα - Φαρμακολογικές ιδιότητες

Εμπορική
ZINADOL
Μορφή
Δισκία επικαλυμμένα με υμένιο
Συγκέντρωση
500MG/TAB

Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: αντιβακτηριακά για συστηματική χρήση, κεφαλοσπορίνες δεύτερης γενιάς
Κωδικός ATC: J01DC02

Μηχανισμός δράσης

Η κεφουροξίμη αξετίλ υπόκειται σε υδρόλυση από εστεράσες προς παραγωγή του δραστικού αντιβιοτικού, κεφουροξίμη.

Η κεφουροξίμη αναστέλλει τη σύνθεση του βακτηριακού κυτταρικού τοιχώματος μετά από σύνδεση σε πενικιλλινοδεσμευτικές πρωτεΐνες (PBP). Αυτό συνεπάγεται τη διακοπή της βιοσύνθεσης του κυτταρικού τοιχώματος (πεπτιδογλυκάνη), που οδηγεί σε λύση και απόπτωση του βακτηριακού κυττάρου.

Μηχανισμός ανθεκτικότητας

Η ανθεκτικότητα των βακτηρίων στην κεφουροξίμη οφείλεται ενδεχομένως σε έναν ή περισσότερους από τους ακόλουθους μηχανισμούς:

  • υδρόλυση από β-λακταμάσες που περιλαμβάνουν (αλλά δεν περιορίζονται σε) ευρέως φάσματος β-λακταμάσες (ESBL) και AmpC ένζυμα που μπορεί να επάγονται ή να καταστέλλονται σταθερά σε ορισμένα αερόβια Gram-αρνητικά είδη βακτηρίων,
  • μειωμένη συγγένεια πενικιλλινοδεσμευτικών πρωτεϊνών για την κεφουροξίμη,
  • αδιαπερατότητα εξωτερικής μεμβράνης, που περιορίζει την πρόσβαση της κεφουροξίμης σε πενικιλλινοδεσμευτικές πρωτεΐνες σε Gram-αρνητικά βακτήρια,
  • βακτηριακές αντλίες εκροής

Οι οργανισμοί που απέκτησαν αντοχή σε άλλες ενέσιμες κεφαλοσπορίνες αναμένεται να είναι ανθεκτικοί στη κεφουροξίμη.

Ανάλογα με το μηχανισμό αντίστασης, οι οργανισμοί που απέκτησαν αντοχή στις πενικιλλίνες μπορεί να εμφανίσουν μειωμένη ευαισθησία ή αντοχή στη κεφουροξίμη.

Οριακά Σημεία της Κεφουροξίμης Αξετίλ

Τα οριακά σημεία ελάχιστης ανασταλτικής συγκέντρωσης (MIC) που έχουν καθοριστεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Δοκιμής της Ευαισθησίας σε Αντιμικροβιακούς Παράγοντες (EUCAST) είναι τα εξής:

ΜικροοργανισμόςΟριακά σημεία (mg/L)
SR
Εντεροβακτηριοειδή1,2≤8>8
Staphylococcus sppΣημείωση3Σημείωση3
Στρεπτόκοκκος A,B,C και GΣημείωση4Σημείωση4
Streptococcus pneumoniae≤0,25>0,5
Moraxella catarrhalis≤0,125>4
Αιμόφιλος γρίππης≤0,125>1
Οριακά σημεία που δεν σχετίζονται με είδη1IE5IE5

1 Τα οριακά σημεία κεφαλοσπορίνης για τα Εντεροβακτηριοειδή ανιχνεύουν κάθε κλινικά σημαντικό μηχανισμό αντοχής (περιλαμβανομένων των ESBL και των διαμεσολαβούμενων από πλασμίδιο AmpC). Μερικά στελέχη που παράγουν β-λακταμάσες είναι ευαίσθητα ή ενδιάμεσα στις κεφαλοσπορίνες 3ης ή 4ης γενιάς με αυτά τα οριακά σημεία και θα πρέπει να αναφέρονται όπως ευρίσκονται, δηλαδή, η παρουσία ή απουσία μίας ESBL δεν επηρεάζει η ίδια την κατηγοριοποίηση της ευαισθησίας. Σε πολλές περιοχές, η ανίχνευση και ο χαρακτηρισμός της ESBL συνιστάται ή είναι απαραίτητος για σκοπούς ελέγχου της λοίμωξης.
2 Ανεπίπλεκτες UTI (κυστίτιδα) μόνο, (βλέπε παράγραφο 4.1).
3 Η ευαισθησία των σταφυλόκοκκων στις κεφαλοσπορίνες συνάγεται από την ευαισθησία στη μεθικιλλίνη εκτός της κεφταζιδίμης, της κεφιξίμης και της κεφτιβουτένης, οι οποίες δεν έχουν οριακά σημεία και δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται για σταφυλοκοκκικές λοιμώξεις.
4 Η β-λακταμική ευαισθησία των β-αιμολυτικών στρεπτόκοκκων ομάδας A, B, C και G συνάγεται από την ευαισθησία στην πενικιλλίνη.
5 ανεπαρκή στοιχεία ότι τα συγκεκριμένα είδη αποτελούν καλό στόχο για θεραπεία με το φάρμακο. Μπορεί να αναφέρεται μία MIC με κάποιο σχόλιο αλλά χωρίς συνοδό S ή R-κατηγοριοποίηση.
S=ευαίσθητος, R=ανθεκτικός

Μικροβιολογική ευαισθησία

Ο επιπολασμός της επίκτητης ανθεκτικότητας ενδεχομένως ποικίλει ανάλογα με τη γεωγραφική περιοχή και το χρόνο για επιλεγμένα είδη, συνεπώς είναι επιθυμητή η ύπαρξη πληροφοριών σχετικά με την ανθεκτικότητα σε τοπικό επίπεδο, κυρίως κατά τη θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων. Ανάλογα με τις απαιτήσεις, θα πρέπει να ζητείται η συνδρομή ειδικού όταν ο τοπικός επιπολασμός ανθεκτικότητας διακυβεύει τη χρησιμότητα της κεφουροξίμης αξετίλ τουλάχιστον σε ορισμένους τύπους λοίμωξης.

Η κεφουροξίμη είναι συνήθως δραστική έναντι των παρακάτω μικροοργανισμών in vitro.

Συνήθως ευαίσθητα είδη

Gram-θετικά αερόβια:
Staphylococcus aureus (ευαίσθητος στη μεθικιλλίνη)*
Streptococcus pyogenes
Streptococcus agalactiae

Gram-αρνητικά αερόβια:
Haemophilus influenzae
Haemophilus parainfluenzae
Moraxella catarrhalis

Σπειροχαίτες:
Borrelia burgdorferi

Μικροοργανισμοί για τους οποίους η αποκτηθείσα ανθεκτικότητα μπορεί να αποτελέσει πρόβλημα

Gram-θετικά αερόβια:
Streptococcus pneumoniae

Gram-αρνητικά αερόβια:
Citrobacter freundii
Enterobacter aerogenes
Enterobacter cloacae
Escherichia coli
Klebsiella pneumoniae
Proteus mirabilis
Proteus spp. (άλλα εκτός του P. vulgaris)
Providencia spp.

Gram-θετικά αναερόβια:
Peptostreptococcus spp.
Propionibacterium spp.

Gram-αρνητικά αναερόβια:
Fusobacterium spp.
Bacteroides spp.

Εγγενώς ανθεκτικοί μικροοργανισμοί

Gram-θετικά αερόβια:
Enterococcus faecalis
Enterococcus faecium

Gram-αρνητικά αερόβια:
Acinetobacter spp.
Campylobacter spp.
Morganella morganii
Proteus vulgaris
Pseudomonas aeruginosa
Serratia marcescens

Gram-αρνητικά αναερόβια:
Bacteroides fragilis

Άλλα:
Chlamydia spp.
Mycoplasma spp.
Legionella spp.

* Όλοι οι ανθεκτικοί στη μεθικιλλίνη S. aureus είναι ανθεκτικοί στη κεφουροξίμη.

Φαρμακοκινητική

Απορρόφηση

Μετά την από του στόματος χορήγηση η κεφουροξίμη αξετίλ απορροφάται από το γαστρεντερικό σωλήνα υδρολύεται ταχέως στον εντερικό βλεννογόνο και στο αίμα για να απελευθερώσει την κεφουροξίμη στην κυκλοφορία. Η βέλτιστη απορρόφηση συμβαίνει όταν η χορήγηση γίνεται σύντομα μετά το γεύμα.

Μετά τη χορήγηση των δισκίων της κεφουροξίμης αξετίλ το μέγιστο των επιπέδων στον ορό (2,9 μg/mL για δόση 125 mg, 4,4 μg/mL για δόση 250 mg, 7,7 μg/mL για δόση 500 mg και 13,6 μg/mL για δόση 1000 mg) παρουσιάζονται περίπου 2,4 ώρες μετά τη χορήγηση όταν το φάρμακο λαμβάνεται με το φαγητό. Ο ρυθμός απορρόφησης της κεφουροξίμης από το εναιώρημα είναι μειωμένο συγκριτικά με τα δισκία, οδηγώντας σε βραδύτερα, χαμηλότερα μέγιστα επίπεδα ορού και ελαττωμένη συστηματική βιοδιαθεσιμότητα (4 έως 17% μικρότερη). Το πόσιμο εναιώρημα κεφουροξίμης αξετίλ δεν ήταν βιοϊσοδύναμο των δισκίων κεφουροξίμης αξετίλ όταν δοκιμάστηκαν σε υγιείς ενήλικες και ως εκ τούτου δεν μπορούν να αλληλο-αντικατασταθούν στη βάση milligram-προς-milligram (βλέπε παράγραφο 4.2). Η φαρμακοκινητική της κεφουροξίμης είναι γραμμική για το από του στόματος δοσολογικό φάσμα των 125 έως 1000 mg. Δεν παρουσιάστηκε συσσώρευση κεφουροξίμης μετά από επανάληψη από του στόματος δόσεων των 250 έως 500 mg.

Κατανομή

Η σύνδεση με πρωτεΐνες έχει δηλωθεί ως 33 έως 50%, ανάλογα με τη χρησιμοποιούμενη μεθοδολογία. Μετά από μία εφάπαξ δόση δισκίου κεφουροξίμης αξετίλ 500 mg σε 12 υγιείς εθελοντές, ο προφανής όγκος κατανομής ήταν 50 L (CV%=28%). Συγκεντρώσεις κεφουροξίμης που υπερβαίνουν τα ελάχιστα ανασταλτικά επίπεδα για τα κοινά παθογόνα μπορούν να επιτευχθούν στην αμυγδαλή, στους παραρρίνιους ιστούς, στο βρογχικό βλεννογόνο, στο οστό, στο πλευριτικό υγρό, σε υγρό άρθρωσης, στο αρθρικό υγρό, στο διάμεσο υγρό, στη χολή, στα πτύελα και στο υδατοειδές υγρό. Η κεφουροξίμη διαπερνά τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό όταν οι μήνιγγες φλεγμαίνουν.

Βιομετασχηματισμός

Η κεφουροξίμη δεν μεταβολίζεται.

Αποβολή

Η ημιζωή στον ορό είναι μεταξύ 1 και 1,5 ώρας. Η κεφουροξίμη απεκκρίνεται μέσω σπειραματικής διήθησης και σωληναριακής έκκρισης. Η νεφρική κάθαρση βρίσκεται στην περιοχή των 125 έως 148 mL/min/1,73 m².

Ειδικοί πληθυσμοί ασθενών

Φύλο:

Δεν παρατηρήθηκαν διαφορές στη φαρμακοκινητική της κεφουροξίμης μεταξύ ανδρών και γυναικών.

Ηλικιωμένοι:

Δεν χρειάζεται ειδική προσοχή στους ηλικιωμένους ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία σε δόσεις μέχρι το φυσιολογικό μέγιστο του 1 g ανά ημέρα. Οι ηλικιωμένοι ασθενείς είναι πιθανότερο να έχουν μειωμένη νεφρική λειτουργία' ως εκ τούτου, η δόση θα πρέπει να προσαρμόζεται σύμφωνα με τη νεφρική λειτουργία στους ηλικιωμένους (βλέπε παράγραφο 4.2).

Παιδιατρικοί ασθενείς:

Στα μεγαλύτερα βρέφη (ηλικίας >3 μηνών) και στα παιδιά, η φαρμακοκινητική της κεφουροξίμης είναι παρόμοια με εκείνη που παρατηρείται στους ενήλικες.

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα κλινικά στοιχεία για τη χρήση της κεφουροξίμης αξετίλ σε παιδιά ηλικίας κάτω των 3 μηνών.

Νεφρική δυσλειτουργία:

Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της κεφουροξίμης αξετίλ σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια δεν έχουν τεκμηριωθεί.

Η κεφουροξίμη αξετίλ απεκκρίνεται κυρίως μέσω των νεφρών. Επομένως, όπως συμβαίνει με όλα τα αντίστοιχα αντιβιοτικά, σε ασθενείς με εκσεσημασμένη νεφρική δυσλειτουργία (δηλαδή, C1cr <30 mL/λεπτό) συνιστάται η δοσολογία της κεφουροξίμης να μειώνεται προς αντιστάθμιση

της βραδύτερης απέκκρισής της (βλέπε παράγραφο 4.2). Η κεφουροξίμη απομακρύνεται αποτελεσματικά με αιμοκάθαρση.

Ηπατική δυσλειτουργία:

Δεν διατίθενται δεδομένα για ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία. Καθώς η κεφουροξίμη απεκκρίνεται κυρίως από τους νεφρούς, η παρουσία ηπατικής δυσλειτουργίας δεν αναμένεται να έχει επίδραση στη φαρμακοκινητική της κεφουροξίμης.

Σχέση PK/PD:

Για τις κεφαλοσπορίνες, ο σημαντικότερος δείκτης φαρμακοκινητικής-φαρμακοδυναμικής που συσχετίζεται με in vivo αποτελεσματικότητα έχει αποδειχτεί ότι είναι το ποσοστό του μεσοδιαστήματος των δόσεων (%Τ) κατά το οποίο η αδέσμευτη ποσότητα εξακολουθεί να είναι μεγαλύτερη της ελάχιστης ανασταλτικής συγκέντρωσης (MIC) της κεφουροξίμης για κάθε είδος-στόχο (δηλαδή, %T>MIC).

Καρκινογένεση, μεταλλάξεις, στείρωση

Γονιμότητα

Δεν διατίθενται δεδομένα σχετικά με τις επιδράσεις της κεφουροξίμης αξετίλ στην ανθρώπινη γονιμότητα. Αναπαραγωγικές μελέτες σε ζώα δεν έχουν δείξει επιδράσεις στη γονιμότητα.

Κλινικές μελέτες

Τα μη-κλινικά δεδομένα δεν αποκαλύπτουν ιδιαίτερο κίνδυνο για τον άνθρωπο με βάση τις μελέτες φαρμακολογικής ασφάλειας, τοξικότητας επαναλαμβανόμενων δόσεων, γονιδιοτοξικότητας και τοξικότητας στην αναπαραγωγική ικανότητα και στην ανάπτυξη. Δεν έχουν διενεργηθεί μελέτες καρκινογένεσης. Ωστόσο, δεν υπάρχουν στοιχεία που να υποδηλώνουν πιθανότητα καρκινογόνου δράσης.

Η δραστηριότητα της γ-γλουταμυλοτρανσπεπτιδάσης στα ούρα αρουραίων αναστέλλεται από διάφορες κεφαλοσπορίνες, ωστόσο το επίπεδο της αναστολής είναι μικρότερο με την κεφουροξίμη. Αυτό μπορεί να έχει σημασία στην παρεμβολή σε κλινικές εργαστηριακές εξετάσεις σε ανθρώπους.

© Απαγορεύεται η αναπαραγωγή και αναδιανομή. Το έργο επεξεργασίας των παραπάνω πληροφοριών αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία της Ergobyte και προστατεύεται από τη νομοθεσία περί πνευματικών δικαιωμάτων.