Κλαύδιος Γαληνός
Δωρεάν εγγραφή Αποκτήσετε πρόσβαση σε όλες τις πληροφορίες και τα εργαλεία του Galinos.gr για έναν μήνα
Έλεγχος συγχορήγησης Ελέγξτε την αγωγή σας για αντενδείξεις και αλληλεπιδράσεις μεταξύ των φαρμάκων
Οι συνταγές μου Αποθηκεύστε τις συνταγές σας και μοιραστείτε τις εύκολα και με ασφάλεια
Μητρότητα και φάρμακα Ενημερωθείτε για την ασφάλεια χορήγησης ενός φαρμάκου κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ή του θηλασμού
Συνδρομές Μάθετε περισσότερα για τα οφέλη και τις επιπλέον παροχές των συνδρομητικών προγραμμάτων
Ενδείξεις και αγωγές Βρείτε θεραπευτικές ενδείξεις και αγωγές για νόσους, συμπτώματα και ιατρικές πράξεις
Γνωρίζατε ότι... Μοιραζόμαστε μαζί σας γεγονότα της πορείας του Galinos.gr από το 2011 μέχρι σήμερα

ZOLOFT F.C.TAB 50MG/TAB BTx14 (BLIST 1x14)

Ευρετήριο Αναφορές

Σκεύασμα - Αντενδείξεις και ειδικές προφυλάξεις

Εμπορική
ZOLOFT
Μορφή
Δισκία επικαλυμμένα με υμένιο
Συγκέντρωση
50MG/TAB

Αντενδείξεις

Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.

Η ταυτόχρονη θεραπεία με μη αναστρέψιμους αναστολείς της μονοαμινοοξειδάσης (αναστολείς της MAO) αντενδείκνυται λόγω του κινδύνου εμφάνισης συνδρόμου σεροτονίνης με συμπτώματα, όπως διέγερση, τρόμος και υπερθερμία. Η θεραπεία με σερτραλίνη δεν πρέπει να ξεκινάει για τουλάχιστον 14 ημέρες μετά τη διακοπή θεραπείας με έναν μη αναστρέψιμο αναστολέα της MAO.

Η σερτραλίνη πρέπει να διακόπτεται για τουλάχιστον 7 ημέρες πριν από την έναρξη θεραπείας με έναν μη αναστρέψιμο αναστολέα της MAO (βλ. παράγραφο 4.5).

Η ταυτόχρονη λήψη πιμοζίδης αντενδείκνυται (βλ. παράγραφο 4.5).

Προφυλάξεις και προειδοποιήσεις

Σύνδρομο Σεροτονίνης ή Νευροληπτικό Κακόηθες Σύνδρομο

Η ανάπτυξη δυνητικά απειλητικών για τη ζωή συνδρόμων, όπως Σύνδρομο Σεροτονίνης ή Νευροληπτικό Κακόηθες Σύνδρομο, έχει αναφερθεί με τους SSRIs, συμπεριλαμβανομένης της θεραπείας με σερτραλίνη. Ο κίνδυνος εμφάνισης Συνδρόμου Σεροτονίνης ή Νευροληπτικού Κακοήθους Συνδρόμου με SSRIs αυξάνεται με την ταυτόχρονη χρήση άλλων σεροτονινεργικών φαρμάκων (συμπεριλαμβανομένων άλλων σεροτονινεργικών αντικαταθλιπτικών, αμφεταμινών, τριπτανών), φαρμάκων που επηρεάζουν το μεταβολισμό της σεροτονίνης (συμπεριλαμβανομένων των αναστολέων της MAO, π.χ. μπλε του μεθυλενίου), αντιψυχωσικών, άλλων ανταγωνιστών ντοπαμίνης, και οπιοειδών. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για την εμφάνιση σημείων και συμπτωμάτων Συνδρόμου Σεροτονίνης ή Νευροληπτικού Κακοήθους Συνδρόμου (βλ. παράγραφο 4.3).

Αλλαγή από Εκλεκτικούς Αναστολείς Επαναπρόσληψης της Σεροτονίνης (SSRIs), αντικαταθλιπτικά ή αντιψυχωσικά φάρμακα

Υπάρχει περιορισμένη ελεγχόμενη εμπειρία σχετικά με τον βέλτιστο χρόνο της αλλαγής από θεραπεία με SSRIs, αντικαταθλιπτικά ή αντιψυχωσικά φάρμακα, σε θεραπεία με σερτραλίνη. Θα πρέπει να επιδεικνύεται προσοχή και σώφρων ιατρική κρίση κατά την αλλαγή, ιδίως από παράγοντες μακράς δράσης, όπως η φλουοξετίνη.

Άλλα σεροτονινεργικά φάρμακα π.χ. τρυπτοφάνη, φενφλουραμίνη και αγωνιστές των 5-HT υποδοχέων

Η συγχορήγηση της σερτραλίνης με άλλα φάρμακα που ενισχύουν τις επιδράσεις της σεροτονινεργικής νευροδιαβίβασης, όπως οι αμφεταμίνες, η τρυπτοφάνη ή η φενφλουραμίνη ή οι αγωνιστές των 5-HT υποδοχέων, ή το φυτικό φάρμακο St. John's Wort (Hypericum perforatum), θα πρέπει να γίνεται με προσοχή και να αποφεύγεται, όταν είναι δυνατό, λόγω πιθανότητας για φαρμακοδυναμική αλληλεπίδραση.

Παράταση του διορθωμένου QT/Κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου (Torsade de Pointes - TdP)

Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις παράτασης του διορθωμένου QT και TdP κατά τη χρήση σερτραλίνης μετά την κυκλοφορία της στην αγορά. Η πλειονότητα των αναφορών αφορούσε σε ασθενείς με άλλους παράγοντες κινδύνου για παράταση του διορθωμένου QT/Κοιλιακής ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίου. Η επίδραση στην παράταση του διορθωμένου QT επιβεβαιώθηκε σε μια διεξοδική μελέτη του διορθωμένου QT σε υγιείς εθελοντές, με στατιστικά σημαντική θετική σχέση έκθεσης-ανταπόκρισης. Συνεπώς, η σερτραλίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με πρόσθετους παράγοντες κινδύνου για παράταση του διορθωμένου QT, όπως καρδιοπάθεια, υποκαλιαιμία ή υπομαγνησιαιμία, οικογενειακό ιστορικό παράτασης του διορθωμένου QT, βραδυκαρδία και ταυτόχρονη χρήση φαρμακευτικών αγωγών που παρατείνουν το διορθωμένο διάστημα QT (βλ. παραγράφους 4.5 και 5.1).

Ενεργοποίηση της υπομανίας ή μανίας

Έχει αναφερθεί η εμφάνιση συμπτωμάτων μανίας/υπομανίας σε ένα μικρό ποσοστό ασθενών που λαμβάνουν θεραπεία με αντικαταθλιπτικά και αντιψυχωσικά φάρμακα που βρίσκονται στην αγορά, συμπεριλαμβανομένης και της σερτραλίνης. Επομένως, η σερτραλίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό μανίας/υπομανίας. Απαιτείται στενή παρακολούθηση από τον γιατρό. Η σερτραλίνη θα πρέπει να διακόπτεται σε όποιον ασθενή εισέρχεται σε φάση μανίας.

Σχιζοφρένεια

Σε σχιζοφρενικούς ασθενείς, τα ψυχωσικά συμπτώματα μπορεί να επιδεινωθούν.

Επιληπτικές κρίσεις

Επιληπτικές κρίσεις μπορεί να εμφανιστούν με τη θεραπεία με σερτραλίνη: η σερτραλίνη θα πρέπει να αποφεύγεται σε ασθενείς με ασταθή επιληψία και οι ασθενείς με ελεγχόμενη επιληψία θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά. Η σερτραλίνη θα πρέπει να διακόπτεται σε όποιον ασθενή παρουσιάσει επιληπτικές κρίσεις.

Αυτοκτονία/αυτοκτονικές σκέψεις/απόπειρες αυτοκτονίας ή κλινική επιδείνωση

Η κατάθλιψη σχετίζεται με έναν αυξημένο κίνδυνο αυτοκτονικών σκέψεων, αυτοτραυματισμού και αυτοκτονίας (συμβάματα σχετιζόμενα με αυτοκτονία). Ο κίνδυνος αυτός εμμένει ώσπου να επέλθει σημαντική ύφεση. Καθώς μπορεί να μην επέλθει βελτίωση κατά τη διάρκεια των πρώτων λίγων εβδομάδων ή και περισσότερο της θεραπείας, οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά ώσπου να εμφανιστεί τέτοια βελτίωση. Αποτελεί γενική κλινική εμπειρία ότι ο κίνδυνος αυτοκτονίας μπορεί να αυξηθεί κατά τα πρώιμα στάδια ανάρρωσης.

Άλλες ψυχιατρικές καταστάσεις, για τις οποίες συνταγογραφείται η σερτραλίνη, μπορούν επίσης να σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο συμβαμάτων σχετιζόμενων με αυτοκτονία. Επιπρόσθετα, αυτές οι καταστάσεις μπορεί να εμφανίζουν συννοσηρότητα με μείζονα καταθλιπτική διαταραχή. Για το λόγο αυτό, οι ίδιες προφυλάξεις που λαμβάνονται κατά τη θεραπεία ασθενών με μείζονα καταθλιπτική διαταραχή, θα πρέπει να λαμβάνονται και κατά τη θεραπεία ασθενών με άλλες ψυχιατρικές διαταραχές.

Ασθενείς με ιστορικό συμβαμάτων σχετιζόμενων με αυτοκτονία, ή εκείνοι που παρουσιάζουν σημαντικού βαθμού αυτοκτονικό ιδεασμό πριν από την έναρξη της θεραπείας, είναι γνωστό ότι διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο αυτοκτονικών σκέψεων ή αποπειρών αυτοκτονίας, και θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Μία μετα-ανάλυση ελεγχόμενων με εικονικό φάρμακο κλινικών δοκιμών με αντικαταθλιπτικά φάρμακα σε ενήλικες ασθενείς με ψυχιατρικές διαταραχές έδειξε αυξημένο κίνδυνο αυτοκτονικής συμπεριφοράς με αντικαταθλιπτικά σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο σε ασθενείς κάτω των 25 ετών.

Στενή επίβλεψη των ασθενών και ιδιαίτερα αυτών που διατρέχουν υψηλό κίνδυνο θα πρέπει να συνοδεύει τη φαρμακευτική θεραπεία, ιδιαίτερα στην αρχή της θεραπείας και μετά από μεταβολές της δόσης. Οι ασθενείς (και αυτοί που φροντίζουν τους ασθενείς) θα πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με την ανάγκη παρακολούθησης για οποιαδήποτε κλινική επιδείνωση, αυτοκτονική συμπεριφορά ή σκέψεις και ασυνήθιστες αλλαγές στη συμπεριφορά και να αναζητήσουν ιατρική συμβουλή άμεσα εάν εμφανιστούν αυτά τα συμπτώματα.

Σεξουαλική δυσλειτουργία

Οι εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRIs) ενδέχεται να προκαλέσουν συμπτώματα σεξουαλικής δυσλειτουργίας (βλ. παράγραφο 4.8). Έχουν υπάρξει αναφορές μακροχρόνιας σεξουαλικής δυσλειτουργίας, όπου τα συμπτώματα συνεχίστηκαν παρά τη διακοπή των SSRIs.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η σερτραλίνη δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται για θεραπεία σε παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των 18 ετών, εκτός από ασθενείς με ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή ηλικίας 6-17 ετών. Συμπεριφορές που σχετίζονται με αυτοκτονία (απόπειρα αυτοκτονίας και αυτοκτονικές σκέψεις), και εχθρότητα (κυρίως επιθετικότητα, αντιδραστική συμπεριφορά και θυμός) παρατηρήθηκαν πιο συχνά σε κλινικές δοκιμές ανάμεσα σε παιδιά και σε εφήβους που λάμβαναν θεραπεία με αντικαταθλιπτικά σε σύγκριση με αυτά που λάμβαναν θεραπεία με εικονικό φάρμακο. Εάν, με βάση την κλινική ανάγκη, παρόλα αυτά, έχει αποφασισθεί να δοθεί θεραπεία, ο ασθενής θα πρέπει να παρακολουθείται προσεκτικά για εμφάνιση συμπτωμάτων αυτοκτονίας, ιδιαίτερα στην αρχή της θεραπείας. Αξιολογήθηκε η μακροπρόθεσμη ασφάλεια στη γνωστική, συναισθηματική, σωματική και εφηβική ωρίμανση σε παιδιά και εφήβους ηλικίας 6 έως 16 ετών σε μια μακροχρόνια μελέτη παρατήρησης για έως και 3 χρόνια (βλ. παράγραφο 5.1). Μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου στην αγορά, έχουν αναφερθεί ορισμένες περιπτώσεις καθυστερημένης ανάπτυξης και καθυστερημένης ήβης. Η κλινική συσχέτιση και αιτιολογία είναι προς το παρόν ασαφείς (βλ. παράγραφο 5.3 για τα αντίστοιχα προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια). Οι γιατροί πρέπει να παρακολουθούν τους παιδιατρικούς ασθενείς σε μακροχρόνια θεραπεία για ανωμαλίες στην ανάπτυξη και την εξέλιξη.

Μη φυσιολογική αιμορραγία/Αιμορραγία

Έχουν υπάρξει αναφορές αιμορραγικών ανωμαλιών με τους SSRIs, συμπεριλαμβανομένης της δερματικής αιμορραγίας (εκχυμώσεις και πορφύρα), καθώς και άλλα αιμορραγικά συμβάματα, όπως γαστρεντερική ή γυναικολογική αιμορραγία, συμπεριλαμβανομένων των θανατηφόρων αιμορραγιών. Οι εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRIs)/αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης νοραδρεναλίνης (SNRIs) (SSRIs/SNRIs) ενδέχεται να αυξάνουν τον κίνδυνο αιμορραγίας μετά τον τοκετό (βλ. παραγράφους 4.6, 4.8). Συνιστάται προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν SSRIs, ιδιαίτερα κατά την ταυτόχρονη χρήση με φάρμακα που είναι γνωστό ότι επηρεάζουν τη λειτουργία των αιμοπεταλίων (π.χ. αντιπηκτικά, άτυπα αντιψυχωσικά και φαινοθειαζίνες, τα περισσότερα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, ακετυλοσαλικυλικό οξύ και μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ)), καθώς και σε ασθενείς με ιστορικό αιμορραγικών διαταραχών (βλ. παράγραφο 4.5).

Υπονατριαιμία

Υπονατριαιμία μπορεί να παρουσιαστεί ως αποτέλεσμα της θεραπείας με SSRIs ή SNRIs, συμπεριλαμβανομένης της σερτραλίνης. Σε πολλές περιπτώσεις, φαίνεται ότι η υπονατριαιμία είναι αποτέλεσμα του συνδρόμου απρόσφορης έκκρισης αντιδιουρητικής ορμόνης (SIADH). Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις επιπέδων νατρίου στον ορό χαμηλότερων από 110 mmol/L.

Οι ηλικιωμένοι ασθενείς μπορεί να διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο ανάπτυξης υπονατριαιμίας με SSRIs και SNRIs. Επίσης, ασθενείς που λαμβάνουν διουρητικά ή παρουσιάζουν υποογκαιμία για άλλο λόγο, μπορεί να βρίσκονται σε υψηλότερο κίνδυνο (βλ. Χρήση σε ηλικιωμένους). Θα πρέπει να εξετάζεται η διακοπή της σερτραλίνης σε ασθενείς με συμπτωματική υπονατριαιμία και θα πρέπει να εφαρμόζεται η κατάλληλη ιατρική παρέμβαση. Σημεία και συμπτώματα υπονατριαιμίας περιλαμβάνουν κεφαλαλγία, δυσκολία στη συγκέντρωση, διαταραχή μνήμης, σύγχυση, αδυναμία και αστάθεια, που μπορεί να οδηγήσουν σε πτώσεις. Σημεία και συμπτώματα που σχετίζονται με πιο σοβαρές και/ή οξείες περιπτώσεις περιλαμβάνουν ψευδαισθήσεις, συγκοπή, επιληπτική κρίση, κώμα, αναπνευστική ανακοπή, και θάνατο.

Συμπτώματα απόσυρσης που παρατηρούνται με τη διακοπή της θεραπείας με σερτραλίνη

Συμπτώματα απόσυρσης όταν διακόπτεται η θεραπεία είναι συχνά, ιδιαίτερα εάν η διακοπή είναι απότομη (βλ. παράγραφο 4.8). Σε κλινικές δοκιμές, ανάμεσα σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με σερτραλίνη, η επίπτωση αντιδράσεων απόσυρσης που αναφέρθηκαν ήταν 23% σε αυτούς που διέκοψαν την σερτραλίνη σε σύγκριση με 12% σε αυτούς που συνέχισαν να λαμβάνουν θεραπεία με σερτραλίνη.

Ο κίνδυνος συμπτωμάτων απόσυρσης μπορεί να εξαρτάται από αρκετούς παράγοντες, συμπεριλαμβανομένων της διάρκειας και της δόσης της θεραπείας και του ρυθμού της μείωσης της δόσης. Ζάλη, διαταραχές αισθητικότητας (συμπεριλαμβανομένης παραισθησίας), διαταραχές του ύπνου (συμπεριλαμβανομένων της αϋπνίας και έντονων ονείρων), διέγερση ή άγχος, ναυτία και/ή έμετος, τρόμος και κεφαλαλγία είναι οι πιο συχνά αναφερθείσες αντιδράσεις. Γενικά, αυτά τα συμπτώματα είναι ήπια έως μέτρια, ωστόσο, σε κάποιους ασθενείς μπορεί να είναι σοβαρά αναφορικά με την έντασή τους. Συνήθως παρουσιάζονται εντός των πρώτων λίγων ημερών από τη διακοπή της θεραπείας, αλλά έχουν υπάρξει πολύ σπάνιες αναφορές τέτοιων συμπτωμάτων σε ασθενείς που έχουν ακουσίως παραλείψει μία δόση. Σε γενικές γραμμές, αυτά τα συμπτώματα περιορίζονται από μόνα τους και συνήθως υποχωρούν εντός 2 εβδομάδων, αν και σε κάποια άτομα μπορεί να παραταθούν (2-3 μήνες ή περισσότερο). Συνεπώς, συνιστάται η σερτραλίνη να μειώνεται σταδιακά κατά την διακοπή της θεραπείας σε μία περίοδο αρκετών εβδομάδων ή μηνών, σύμφωνα με τις ανάγκες του ασθενή (βλ. παράγραφο 4.2).

Ακαθησία/ψυχοκινητική ανησυχία

Η χρήση της σερτραλίνης έχει συσχετιστεί με την ανάπτυξη ακαθησίας, η οποία χαρακτηρίζεται από μία υποκειμενικά δυσάρεστη ή ενοχλητική ανησυχία και ανάγκη κίνησης που συχνά συνοδεύεται από μία ανικανότητα να κάθεται ή να στέκεται κάποιος ακίνητος. Αυτό είναι πιο πιθανόν να παρουσιαστεί εντός των πρώτων λίγων εβδομάδων θεραπείας. Σε ασθενείς που αναπτύσσουν αυτά τα συμπτώματα, η αύξηση της δόσης μπορεί να είναι επιβλαβής.

Ηπατική δυσλειτουργία

Η σερτραλίνη μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ. Μία φαρμακοκινητική μελέτη πολλαπλών δόσεων σε άτομα με ήπια, σταθεροποιημένη κίρρωση κατέδειξε παρατεταμένο χρόνο ημιζωής της αποβολής και περίπου τριπλάσια AUC και Cmax σε σύγκριση με τα υγιή άτομα. Δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές διαφορές στη δέσμευση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος μεταξύ των δύο ομάδων. Η χρήση της σερτραλίνης σε ασθενείς με ηπατική νόσο θα πρέπει να γίνεται με προσοχή. Αν χορηγηθεί σερτραλίνη σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία, θα πρέπει να εξετάζεται χαμηλότερη ή λιγότερο συχνή δόση. Η σερτραλίνη δε θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο 4.2).

Νεφρική δυσλειτουργία

Η σερτραλίνη μεταβολίζεται εκτενώς, και η απέκκριση του αναλλοίωτου φαρμάκου στα ούρα είναι δευτερεύουσα οδός αποβολής. Σε μελέτες ασθενών με ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης 30-60 ml/min) ή μέτρια έως σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης 10-29 ml/min), οι φαρμακοκινητικές παράμετροι πολλαπλών δόσεων (AUC0-24 ή Cmax) δεν παρουσίασαν σημαντική διαφοροποίηση σε σύγκριση με τις ομάδες ελέγχου.

Η δοσολογία της σερτραλίνης δεν χρειάζεται να προσαρμοστεί ανάλογα με το βαθμό της νεφρικής δυσλειτουργίας.

Χρήση σε ηλικιωμένους

Πάνω από 700 ηλικιωμένοι ασθενείς (65 ετών) έχουν συμμετάσχει σε κλινικές μελέτες. Ο τύπος και η επίπτωση των ανεπιθύμητων ενεργειών στους ηλικιωμένους ήταν παρόμοια με εκείνη των νεότερων ασθενών.

Οι SSRIs ή οι SNRIs, συμπεριλαμβανομένης της σερτραλίνης, έχουν ωστόσο συσχετιστεί με περιπτώσεις κλινικά σημαντικής υπονατριαιμίας σε ηλικιωμένους ασθενείς, οι οποίοι μπορεί να διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο για αυτό το ανεπιθύμητο σύμβαμα (βλ. Υπονατριαιμία στην παράγραφο 4.4).

Διαβήτης

Σε ασθενείς με διαβήτη, η θεραπεία με έναν SSRI μπορεί να μεταβάλει τον γλυκαιμικό έλεγχο. Μπορεί να χρειαστεί προσαρμογή της δοσολογίας της ινσουλίνης και/ή των από του στόματος υπογλυκαιμικών.

Ηλεκτροσπασμοθεραπεία

Δεν υπάρχουν κλινικές μελέτες που να τεκμηριώνουν τους κινδύνους ή τα οφέλη της συνδυασμένης χρήσης ηλεκτροσπασμοθεραπείας και σερτραλίνης.

Χυμός γκρέιπφρουτ

Δε συνιστάται η χορήγηση της σερτραλίνης με χυμό γκρέιπφρουτ (βλ. παράγραφο 4.5).

Παρεμβολή σε δοκιμασίες ελέγχου ούρων

Ψευδώς θετικές ανοσολογικές δοκιμασίες ελέγχου ούρων για βενζοδιαζεπίνες έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν σερτραλίνη. Αυτό οφείλεται στην έλλειψη εξειδίκευσης των δοκιμασιών ελέγχου. Ψευδώς θετικά αποτελέσματα στις δοκιμασίες μπορεί να αναμένονται για αρκετές ημέρες μετά τη διακοπή της θεραπείας με σερτραλίνη. Επιβεβαιωτικές δοκιμασίες, όπως αέρια χρωματογραφία/φασματομετρία μάζας, θα διακρίνουν τη σερτραλίνη από τις βενζοδιαζεπίνες.

Γλαύκωμα Κλειστής Γωνίας

Οι SSRIs, συμπεριλαμβανομένης της σερτραλίνης, μπορεί να έχουν επίδραση στο μέγεθος της κόρης με αποτέλεσμα τη μυδρίαση. Αυτή η μυδριατική επίδραση έχει τη δυνατότητα να περιορίσει τη γωνία του οφθαλμού με αποτέλεσμα αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση και γλαύκωμα κλειστής γωνίας, ιδιαίτερα σε ασθενείς με προδιάθεση. Συνεπώς, η σερτραλίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με γλαύκωμα κλειστής γωνίας ή ιστορικό γλαυκώματος.

Πληροφορίες για τα έκδοχα

Το φάρμακο αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δισκίο, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».

Ασυμβατότητες

Δεν εφαρμόζεται.

Ανεπιθύμητες ενέργειες

Η ναυτία είναι η πιο συχνή ανεπιθύμητη ενέργεια. Στη θεραπεία της κοινωνικής αγχώδους διαταραχής, παρουσιάστηκε σεξουαλική δυσλειτουργία (αποτυχία εκσπερμάτισης) στους άνδρες σε ποσοστό 14% με τη σερτραλίνη έναντι 0% με το εικονικό φάρμακο. Αυτές οι ανεπιθύμητες ενέργειες εξαρτώνται από την δόση και συχνά είναι παροδικές στη φύση τους με τη συνέχιση της θεραπείας.

Το προφίλ των ανεπιθύμητων ενεργειών που παρατηρήθηκε συχνά σε διπλά-τυφλές, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες σε ασθενείς με ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή, διαταραχή πανικού, διαταραχή μετατραυματικού στρες και κοινωνική αγχώδη διαταραχή ήταν παρόμοιο με αυτό που παρατηρήθηκε σε κλινικές δοκιμές σε ασθενείς με κατάθλιψη.

Ο Πίνακας 1 παρουσιάζει ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν από την αποκτηθείσα εμπειρία μετά την κυκλοφορία του προϊόντος στην αγορά (συχνότητα μη γνωστή) και σε ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές δοκιμές (που περιλάμβαναν ένα σύνολο 2542 ασθενών που λάμβαναν σερτραλίνη και 2145 που λάμβαναν εικονικό φάρμακο) στην κατάθλιψη, στην ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή, στη διαταραχή πανικού, στη διαταραχή μετατραυματικού στρες και στην κοινωνική αγχώδη διαταραχή.

Ορισμένες ανεπιθύμητες ενέργειες του φαρμάκου που αναγράφονται στον Πίνακα 1 μπορεί να μειωθούν σε ένταση και σε συχνότητα με τη συνέχιση της θεραπείας και γενικά δεν οδηγούν σε διακοπή της θεραπείας.

Πίνακας 1. Ανεπιθύμητες ενέργειες:

Συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών που έχουν παρατηρηθεί σε ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο
κλινικές δοκιμές στην κατάθλιψη, στην ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή, στη διαταραχή πανικού, στη
διαταραχή μετατραυματικού στρες και στην κοινωνική αγχώδη διαταραχή. Συγκεντρωτική ανάλυση και
εμπειρία μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου στην αγορά.
Κατηγορία/
οργανικό
σύστημα
Πολύ
συχνές
(≥1/10)
Συχνές
(≥1/100 έως
<1/10)
Όχι συχνές
(≥1/1.000 έως
<1/100)
Σπάνιες
(≥1/10.000 έως
<1/1.000)
Συχνότητα μη
γνωστή (δεν
μπορούν να
εκτιμηθούν
με βάση τα
διαθέσιμα
δεδομένα)
Λοιμώξεις και
παρασιτώσεις
 λοίμωξη του
ανώτερου
αναπνευστικού
συστήματος,
φαρυγγίτιδα,
ρινίτιδα
γαστρεντερίτιδα,
μέση ωτίτιδα
εκκολπωματίτιδα§ 
Νεοπλάσματα
καλοήθη,
κακοήθη και
μη καθορισμένα
(περιλαμβάνον
ται κύστεις και
πολύποδες)
  νεόπλασμα  
Διαταραχές του
αιμοποιητικού
και του
λεμφικού
συστήματος
   λεμφαδενοπάθεια,
θρομβοπενία*§,
λευκοπενία*§
 
Διαταραχές του
ανοσοποιητικού
συστήματος
  υπερευαισθησία*,
εποχική
αλλεργία*
αναφυλακτοειδής
αντίδραση*
 
Διαταραχές του
ενδοκρινικού
συστήματος
  υποθυρεοειδισμός*υπερπρολακτιναιμία*§,
απρόσφορη
έκκριση
αντιδιουρητικής
ορμόνης*§
 
Διαταραχές του
μεταβολισμού
και της θρέψης
 μειωμένη όρεξη,
αυξημένη όρεξη*
 υπερχοληστερολαιμία,
σακχαρώδης
διαβήτης*,
υπογλυκαιμία*,
υπεργλυκαιμία*§,
υπονατριαιμία*§
 
Ψυχιατρικές
διαταραχές
αϋπνίαάγχος*,
κατάθλιψη*,
διέγερση*,
γενετήσια ορμή
μειωμένη*,
νευρικότητα,
αποπροσωποποίηση,
εφιάλτης,
τριγμός των
οδόντων*
αυτοκτονικός
ιδεασμός/συμπεριφορά,
ψυχωσική
διαταραχή*,
σκέψη μη
φυσιολογική,
απάθεια,
ψευδαίσθηση*,
επιθετικότητα*,
ευφορική
συναισθηματική
διάθεση*,
παράνοια
διαταραχή
μετατροπής*§,
νοσηρά όνειρα*§,
φαρμακευτική
εξάρτηση,
υπνοβασία,
πρόωρη
εκσπερμάτιση
 
Διαταραχές
του νευρικού
συστήματος
ζάλη,
κεφαλαλγία*,
υπνηλία
τρόμος,
διαταραχές
κίνησης
(συμπεριλαμβανομένων
εξωπυραμιδικών
συμπτωμάτων,
όπως υπερκινησία,
υπερτονία,
δυστονία, τριγμός
των οδόντων ή
διαταραχές στο
βάδισμα),
παραισθησία*,
υπερτονία*,
διαταραχή στην
προσοχή,
δυσγευσία
αμνησία,
υπαισθησία*,
μυϊκές συσπάσεις
ακούσιες*,
συγκοπή*,
υπερκινησία*,
ημικρανία*,
σπασμός*, ζάλη
θέσης, μη
φυσιολογικός
συντονισμός,
διαταραχή λόγου
κώμα*, ακαθησία
(βλ. παράγραφο
4.4), δυσκινησία,
υπεραισθησία,
αγγειοεγκεφαλικός
σπασμός
(συμπεριλαμβανομένων
του συνδρόμου
αναστρέψιμης
εγκεφαλικής
αγγειοσύσπασης
και του
συνδρόμου Call-
Fleming)*§,
ψυχοκινητική
ανησυχία*§
(βλ. παράγραφο 4.4),
διαταραχή
αισθητικότητας,
χορειοαθέτωση§,
έχουν επίσης
αναφερθεί σημεία
και συμπτώματα
που σχετίζονται με
το σύνδρομο
σεροτονίνης* ή το
νευροληπτικό
κακόηθες
σύνδρομο: Σε
μερικές
περιπτώσεις
συσχετίστηκαν με
την ταυτόχρονη
χρήση
σεροτονινεργικών
φαρμάκων και
περιλάμβαναν
διέγερση,
σύγχυση,
εφίδρωση,
διάρροια, πυρετό,
υπέρταση,
ακαμψία και
ταχυκαρδία§
 
Οφθαλμικές
διαταραχές
 οπτική διαταραχή*μυδρίαση*σκότωμα,
γλαύκωμα,
διπλωπία,
φωτοφοβία,
ύφαιμα*§,
ανισοκορία*§,
όραση μη
φυσιολογική§,
δακρυϊκή
διαταραχή
εκφύλιση της
ωχράς κηλίδας
Διαταραχές
του ωτός και
του λαβυρίνθου
 εμβοές*ωταλγία  
Καρδιακές
διαταραχές
 αίσθημα παλμών*ταχυκαρδία*,
καρδιακή
διαταραχή
έμφραγμα του
μυοκαρδίου*§,
κοιλιακή
ταχυκαρδία δίκην
ριπιδίου (Torsade
de Pointes)*§ (βλ.
παραγράφους 4.4,
4.5 και 5.1),
βραδυκαρδία,
παράταση του
διορθωμένου QT*
(βλ. παραγράφους
4.4, 4.5 και 5.1)
 
Αγγειακές
διαταραχές
 εξάψεις*μη φυσιολογική
αιμορραγία (όπως
γαστρεντερική
αιμορραγία)*,
υπέρταση*,
έξαψη,
αιματουρία*
περιφερική
ισχαιμία
 
Διαταραχές του
αναπνευστικού
συστήματος,
του θώρακα
και του
μεσοθωρακίου
 χασμουρητό*δύσπνοια,
επίσταξη*,
βρογχόσπασμος*
υπεραερισμός,
διάμεση
πνευμονοπάθεια*§,
ηωσινοφιλική
πνευμονία*§,
λαρυγγόσπασμος,
δυσφωνία,
συριγμός*§,
υποαερισμός,
λόξυγγας
 
Διαταραχές του
γαστρεντερικού
ναυτία,
διάρροια,
ξηροστομία
δυσπεψία,
δυσκοιλιότητα*,
κοιλιακό άλγος*,
έμετος*,
μετεωρισμός
μέλαινα,
διαταραχή
οδόντος,
οισοφαγίτιδα,
γλωσσίτιδα,
αιμορροΐδες,
υπερέκκριση
σιέλου,
δυσφαγία, ερυγή,
διαταραχή της
γλώσσας
εξέλκωση του
στόματος,
παγκρεατίτιδα*§,
αιματοχεσία,
εξέλκωση της
γλώσσας,
στοματίτιδα
μικροσκοπική
κολίτιδα*
Διαταραχές
του ήπατος και
των χοληφόρων
   ηπατική
λειτουργία μη
φυσιολογική,
σοβαρά ηπατικά
συμβάματα
(συμπεριλαμβανομένων
της ηπατίτιδας, του
ίκτερου και της
ηπατικής
ανεπάρκειας)
 
Διαταραχές
του δέρματος
και του
υποδόριου
ιστού
 υπεριδρωσία,
εξάνθημα*
περικογχικό
οίδημα*,
κνίδωση*,
αλωπεκία*,
κνησμός*,
πορφύρα*,
δερματίτιδα,
ξηροδερμία,
οίδημα
προσώπου, κρύος
ιδρώτας
σπάνιες αναφορές
σοβαρών
δερματικών
ανεπιθύμητων
ενεργειών
(SCAR): π.χ.
σύνδρομο
Stevens-Johnson*
και επιδερμική
νεκρόλυση*§,
δερματική
αντίδραση*§,
φωτοευαισθησία§,
αγγειοοίδημα, μη
φυσιολογική υφή
μαλλιών, μη
φυσιολογική οσμή
δέρματος,
δερματίτιδα
πομφολυγώδης,
εξάνθημα
θυλακιώδες
 
Διαταραχές του
μυοσκελετικού
συστήματος
και του
συνδετικού
ιστού
 οσφυαλγία,
αρθραλγία*,
μυαλγία
οστεοαρθρίτιδα,
μυϊκές
δεσμιδώσεις,
μυϊκές κράμπες*,
μυϊκή αδυναμία
ραβδομυόλυση*§,
οστική διαταραχή
τρισμός*
Διαταραχές
των νεφρών
και των
ουροφόρων
οδών
  συχνουρία,
διαταραχή
ούρησης,
κατακράτηση
ούρων, ακράτεια
ούρων*,
πολυουρία,
νυκτουρία
δυσκολία στην
ούρηση*,
ολιγουρία
 
Διαταραχές του
αναπαραγωγικού
συστήματος
και του
μαστού
αποτυχία
εκσπερμάτισης
έμμηνος ρύση
ακανόνιστη*,
στυτική
δυσλειτουργία
σεξουαλική
δυσλειτουργία
(βλ. παράγραφο
4.4), μηνορραγία,
κολπική
αιμορραγία,
σεξουαλική
δυσλειτουργία
του θήλεος (βλ.
παράγραφο 4.4)
γαλακτόρροια*,
ατροφική
αιδοιοκολπίτιδα,
έκκριμα
γεννητικών
οργάνων,
βαλανοποσθίτιδα*§,
γυναικομαστία*,
πριαπισμός*
αιμορραγία
μετά τον
τοκετό*†
Γενικές
διαταραχές και
καταστάσεις
της οδού
χορήγησης
κόπωση*αίσθημα
κακουχίας*,
θωρακικό άλγος*,
εξασθένιση*,
πυρεξία*
οίδημα
περιφερικό*,
ρίγη, διαταραχή
στο βάδισμα*,
δίψα
κήλη, ανοχή σε
φάρμακο
μειωμένη
 
Παρακλινικές
εξετάσεις
 σωματικό βάρος
αυξημένο*
αμινοτρανσφεράση
της αλανίνης
αυξημένη*,
ασπαρτική
αμινοτρανσφεράση
αυξημένη*,
σωματικό βάρος
μειωμένο*
χοληστερόλη
αίματος
αυξημένη*, μη
φυσιολογικά
κλινικά
εργαστηριακά
αποτελέσματα,
σπέρμα μη
φυσιολογικό,
αλλοιωμένη
λειτουργία
αιμοπεταλίων*§
 
Κακώσεις,
δηλητηριάσεις
και επιπλοκές
θεραπευτικών
χειρισμών
 κάκωση   
Χειρουργικοί
και άλλοι
ιατρικοί
χειρισμοί
   τεχνική
αγγειοδιαστολής
 

* Ανεπιθύμητες ενέργειες στο φάρμακο που εντοπίστηκαν μετά την κυκλοφορία στην αγορά.
§ Η συχνότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών στο φάρμακο αντιπροσωπεύεται από το εκτιμώμενο ανώτατο όριο του 95% διαστήματος εμπιστοσύνης με χρήση του «Κανόνα του 3».
† Αυτό το σύμβαμα έχει αναφερθεί για τη θεραπευτική κατηγορία των SSRIs/SNRIs (βλ. παραγράφους 4.4, 4.6).

Αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα ή ουσίες

Αντενδείκνυνται

Αναστολείς της Mονοαμινοοξειδάσης

Μη αναστρέψιμοι Αναστολείς της MAO (π.χ. σελεγιλίνη)

Η σερτραλίνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με μη αναστρέψιμους αναστολείς της ΜΑΟ, όπως η σελεγιλίνη. Η θεραπεία με σερτραλίνη δεν πρέπει να ξεκινάει για τουλάχιστον 14 ημέρες μετά τη διακοπή της θεραπείας με έναν μη αναστρέψιμο αναστολέα της MAO. Η σερτραλίνη πρέπει να διακόπτεται τουλάχιστον 7 ημέρες πριν από την έναρξη θεραπείας με έναν μη αναστρέψιμο αναστολέα της MAO (βλ. παράγραφο 4.3).

Αναστρέψιμος, εκλεκτικός αναστολέας της ΜΑΟ-Α (μοκλοβεμίδη)

Λόγω του κινδύνου εμφάνισης συνδρόμου σεροτονίνης, ο συνδυασμός σερτραλίνης με έναν αναστρέψιμο και εκλεκτικό αναστολέα της ΜΑΟ, όπως η μοκλοβεμίδη, δε θα πρέπει να χορηγείται. Μετά από θεραπεία με έναν αναστρέψιμο αναστολέα της MAO, μπορεί να υπάρξει μια περίοδος απόσυρσης μικρότερη από 14 ημέρες πριν από την έναρξη της θεραπείας με σερτραλίνη. Συνιστάται να διακόπτεται η σερτραλίνη τουλάχιστον 7 ημέρες πριν από την έναρξη θεραπείας με έναν αναστρέψιμο αναστολέα της MAO (βλ. παράγραφο 4.3).

Αναστρέψιμος, μη εκλεκτικός αναστολέας της ΜΑΟ (λινεζολίδη)

Το αντιβιοτικό λινεζολίδη είναι ένας ασθενής αναστρέψιμος και μη εκλεκτικός αναστολέας της ΜΑΟ και δεν θα πρέπει να δίνεται σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με σερτραλίνη (βλ. παράγραφο 4.3).

Σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που έχουν πρόσφατα διακόψει τη θεραπεία με έναν αναστολέα της ΜΑΟ (π.χ. μπλε του μεθυλενίου) και έχουν ξεκινήσει θεραπεία με σερτραλίνη, ή έχουν πρόσφατα διακόψει τη θεραπεία με σερτραλίνη πριν από την έναρξη της θεραπείας με έναν αναστολέα της ΜΑΟ. Αυτές οι αντιδράσεις περιλάμβαναν τρόμο, μυόκλωνο, εφίδρωση, ναυτία, έμετο, έξαψη, ζάλη, και υπερθερμία με χαρακτηριστικά που ομοίαζαν με νευροληπτικό κακόηθες σύνδρομο, επιληπτικές κρίσεις, και θάνατο.

Πιμοζίδη

Έχουν καταδειχθεί αυξημένα επίπεδα πιμοζίδης κατά περίπου 35% σε μία μελέτη μιας εφάπαξ χαμηλής δόσης πιμοζίδης (2 mg). Τα αυξημένα αυτά επίπεδα δεν συσχετίστηκαν με καμία μεταβολή στο ΗΚΓ. Ενώ ο μηχανισμός αυτής της αλληλεπίδρασης δεν είναι γνωστός, λόγω του στενού θεραπευτικού δείκτη της πιμοζίδης, η ταυτόχρονη χορήγηση σερτραλίνης και πιμοζίδης αντενδείκνυται (βλ. παράγραφο 4.3).

Η συγχορήγηση με σερτραλίνη δεν συνίσταται

Κατασταλτικά του Κ.Ν.Σ. και οινόπνευμα

Η συγχορήγηση σερτραλίνης 200 mg ημερησίως δεν ενίσχυσε τις επιδράσεις του οινοπνεύματος, της καρβαμαζεπίνης, της αλοπεριδόλης, ή της φαινυτοΐνης επί της γνωστικής και ψυχοκινητικής απόδοσης σε υγιή άτομα. Ωστόσο, η ταυτόχρονη χρήση σερτραλίνης και οινοπνεύματος δεν συνιστάται.

Άλλα σεροτονεργικά φάρμακα

Βλ. παράγραφο 4.4.

Συνιστάται επίσης προσοχή με τα οπιοειδή [π.χ. φαιντανύλη (χρησιμοποιείται στη γενική αναισθησία ή στη θεραπεία του χρόνιου πόνου)], και με άλλα σεροτονινεργικά φάρμακα (συμπεριλαμβανομένων άλλων σεροτονινεργικών αντικαταθλιπτικών, αμφεταμινών, τριπτανών).

Ειδικές Προφυλάξεις

Φάρμακα που παρατείνουν το Διάστημα QT

Ο κίνδυνος για παράταση του διορθωμένου QT και/ή κοιλιακές αρρυθμίες (π.χ. Torsade de Pointes) μπορεί να αυξηθεί με ταυτόχρονη χρήση άλλων φαρμάκων που παρατείνουν το διορθωμένο διάστημα QT (π.χ. ορισμένα αντιψυχωσικά και αντιβιοτικά) (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.1).

Λίθιο

Σε μία ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο δοκιμή σε υγιείς εθελοντές, η συγχορήγηση σερτραλίνης και λιθίου δεν μετέβαλε σημαντικά τη φαρμακοκινητική του λιθίου, αλλά είχε ως αποτέλεσμα αύξηση του τρόμου σε σχέση με το εικονικό φάρμακο, υποδεικνύοντας μια πιθανή φαρμακοδυναμική αλληλεπίδραση. Όταν συγχορηγείται σερτραλίνη με λίθιο, οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται κατάλληλα.

Φαινυτοΐνη

Μία ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο δοκιμή σε υγιείς εθελοντές υποδηλώνει ότι η χρόνια χορήγηση σερτραλίνης 200 mg/ημέρα δεν προκαλεί κλινικά σημαντική αναστολή του μεταβολισμού της φαινυτοΐνης. Παρόλα αυτά, καθώς έχουν προκύψει κάποιες αναφορές περιπτώσεων υψηλής έκθεσης στη φαινυτοΐνη σε ασθενείς που χρησιμοποιούν σερτραλίνη, συνιστάται η παρακολούθηση των συγκεντρώσεων της φαινυτοΐνης στο πλάσμα μετά την έναρξη της θεραπείας με σερτραλίνη, με κατάλληλες προσαρμογές της δόσης της φαινυτοΐνης. Επιπρόσθετα, η συγχορήγηση φαινυτοΐνης, ενός γνωστού επαγωγέα του CYP3A4, μπορεί να προκαλέσει μείωση των επιπέδων σερτραλίνης στο πλάσμα.

Μεταμιζόλη

Η συγχορήγηση της σερτραλίνης με μεταμιζόλη, η οποία είναι επαγωγέας μεταβολικών ενζύμων, συμπεριλαμβανομένων του CYP2B6 και του CYP3A4, ενδέχεται να προκαλέσει μείωση των συγκεντρώσεων της σερτραλίνης στο πλάσμα με ενδεχόμενη μείωση της κλινικής αποτελεσματικότητας. Συνεπώς, συνιστάται προσοχή όταν γίνεται ταυτόχρονη χορήγηση της μεταμιζόλης και της σερτραλίνης. Η κλινική ανταπόκριση ή/και τα επίπεδα του φαρμάκου θα πρέπει να παρακολουθούνται ανάλογα με την περίπτωση.

Τριπτάνες

Έχουν υπάρξει σπάνιες αναφορές μετά την κυκλοφορία του προϊόντος στην αγορά που περιγράφουν ασθενείς με αδυναμία, αύξηση αντανακλαστικών, έλλειψη συντονισμού, σύγχυση, άγχος και διέγερση μετά από χρήση σερτραλίνης και σουματριπτάνης. Συμπτώματα σεροτονινεργικού συνδρόμου μπορεί επίσης να εμφανιστούν με άλλα προϊόντα της ίδιας κατηγορίας (τριπτάνες). Εφόσον δικαιολογείται κλινικώς η ταυτόχρονη θεραπεία σερτραλίνης και τριπτανών, συνιστάται η κατάλληλη παρακολούθηση του ασθενούς (βλ. παράγραφο 4.4).

Βαρφαρίνη

Συγχορήγηση σερτραλίνης 200 mg ημερησίως με βαρφαρίνη είχε ως αποτέλεσμα μικρή, αλλά στατιστικά σημαντική αύξηση του χρόνου προθρομβίνης, η οποία μπορεί σε ορισμένες σπάνιες περιπτώσεις να προκαλέσει αστάθεια στην τιμή του INR. Κατά συνέπεια, ο χρόνος προθρομβίνης θα πρέπει να παρακολουθείται προσεκτικά κατά την έναρξη ή τη διακοπή της θεραπείας με σερτραλίνη.

Άλλες φαρμακευτικές αλληλεπιδράσεις, διγοξίνη, ατενολόλη, σιμετιδίνη

Η συγχορήγηση με σιμετιδίνη προκάλεσε σημαντική μείωση στην κάθαρση της σερτραλίνης. Η κλινική σημασία αυτών των μεταβολών δεν είναι γνωστή. Η σερτραλίνη δεν είχε επίδραση πάνω στην β-αδρενεργική ικανότητα αποκλεισμού της ατενολόλης. Δεν παρατηρήθηκε αλληλεπίδραση μεταξύ της σερτραλίνης 200 mg ημερησίως και της διγοξίνης.

Φάρμακα που επηρεάζουν την λειτουργία των αιμοπεταλίων

Ο κίνδυνος αιμορραγίας μπορεί να αυξάνεται όταν φάρμακα που δρουν στη λειτουργία των αιμοπεταλίων (π.χ. ΜΣΑΦ, ακετυλοσαλικυλικό οξύ και τικλοπιδίνη) ή άλλα φάρμακα που μπορεί να αυξάνουν τον κίνδυνο αιμορραγίας συγχορηγούνται με SSRIs, συμπεριλαμβανομένης της σερτραλίνης (βλ. παράγραφο 4.4).

Νευρομυϊκοί Αποκλειστές

Οι SSRIs μπορεί να μειώσουν τη δραστικότητα της χολινεστεράσης του πλάσματος με αποτέλεσμα την παράταση της δράσης του νευρομυϊκού αποκλεισμού του μιβακούριου ή άλλων νευρομυϊκών αποκλειστών.

Φάρμακα που Μεταβολίζονται από το Κυτόχρωμα P450

Η σερτραλίνη μπορεί να δρα ως ήπιος-μέτριος αναστολέας του CYP 2D6. Η χρόνια χορήγηση σερτραλίνης 50 mg ημερησίως έδειξε μέτρια αύξηση (μέση τιμή 23%-37%) των επιπέδων δεσιπραμίνης στο πλάσμα σε σταθεροποιημένη κατάσταση (δείκτης της δραστικότητας του ισοενζύμου CYP 2D6). Κλινικά σχετικές αλληλεπιδράσεις μπορεί να εμφανιστούν με άλλα υποστρώματα του CYP 2D6 με στενό θεραπευτικό δείκτη, όπως τα αντιαρρυθμικά τάξης 1C, όπως η προπαφαινόνη και η φλεκαϊνίδη, τα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά (TCAs) και τα τυπικά αντιψυχωσικά, ειδικά σε υψηλότερα επίπεδα δόσεων σερτραλίνης.

Η σερτραλίνη δεν δρα ως αναστολέας των CYP 3A4, CYP 2C9, CYP 2C19, και CYP 1A2 σε έναν κλινικά σημαντικό βαθμό. Αυτό έχει επιβεβαιωθεί από μελέτες αλληλεπίδρασης in vivo με υποστρώματα του CYP 3A4 (ενδογενής κορτιζόλη, καρβαμαζεπίνη, τερφεναδίνη, αλπραζολάμη), υπόστρωμα του CYP 2C19 διαζεπάμη, και υποστρώματα του CYP 2C9 τολβουταμίδη, γλιβενκλαμίδη και φαινυτοΐνη. Μελέτες in vitro υποδεικνύουν ότι η σερτραλίνη έχει μικρή ή μηδενική δυνατότητα να αναστείλει το CYP 1Α2.

Η πρόσληψη τριών ποτηριών χυμού γκρέιπφρουτ ημερησίως αύξησε τα επίπεδα της σερτραλίνης στο πλάσμα περίπου κατά 100% σε μια διασταυρούμενη μελέτη σε οκτώ υγιή άτομα από την Ιαπωνία. Ως εκ τούτου, η πρόσληψη χυμού γκρέιπφρουτ θα πρέπει να αποφεύγεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με σερτραλίνη (βλ. παράγραφο 4.4).

Με βάση την μελέτη αλληλεπίδρασης με χυμό γκρέιπφρουτ, δεν μπορεί να αποκλεισθεί ότι η ταυτόχρονη χορήγηση σερτραλίνης και ισχυρών αναστολέων του CYP3A4, π.χ. αναστολείς πρωτεάσης, κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη, ποσακοναζόλη, βορικοναζόλη, κλαριθρομυκίνη, τελιθρομυκίνη και νεφαζοδόνη, θα είχε ως αποτέλεσμα ακόμη μεγαλύτερες αυξήσεις στην έκθεση στη σερτραλίνη. Αυτό αφορά επίσης και σε μέτριους αναστολείς του CYP3A4, π.χ. απρεπιτάντη, ερυθρομυκίνη, φλουκοναζόλη, βεραπαμίλη και διλτιαζέμη. Η πρόσληψη ισχυρών αναστολέων του CYP3A4 θα πρέπει να αποφεύγεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με σερτραλίνη.

Δεν μπορεί να αποκλεισθεί ότι άλλοι επαγωγείς του CYP3A4, π.χ. φαινοβαρβιτάλη, καρβαμαζεπίνη, St John's Wort και ριφαμπικίνη, μπορεί να προκαλέσουν μείωση των επιπέδων της σερτραλίνης στο πλάσμα.

Τα επίπεδα της σερτραλίνης στο πλάσμα αυξάνονται περίπου κατά 50% στους ασθενείς μεταβολιστές του CYP2C19 σε σύγκριση με τους ταχείς μεταβολιστές (βλ. παράγραφο 5.2). Δεν μπορεί να αποκλειστεί η αλληλεπίδραση με ισχυρούς αναστολείς του CYP2C19, π.χ. ομεπραζόλη, λανσοπραζόλη, παντοπραζόλη, ραμπεπραζόλη, φλουοξετίνη, φλουβοξαμίνη.

Κύηση

Δεν υπάρχουν καλά ελεγχόμενες μελέτες σε έγκυες γυναίκες. Ωστόσο, ένας σημαντικός όγκος δεδομένων δεν αποκάλυψε στοιχεία για επαγωγή συγγενών δυσπλασιών από τη σερτραλίνη. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν στοιχεία για επιδράσεις στην αναπαραγωγή πιθανόν εξαιτίας μητρικής τοξικότητας που προκλήθηκε από τη φαρμακοδυναμική δράση της χημικής ένωσης και/ή της άμεσης φαρμακοδυναμικής δράσης της χημικής ένωσης στο έμβρυο (βλ. παράγραφο 5.3).

Η χρήση της σερτραλίνης κατά τη διάρκεια της κύησης έχει αναφερθεί ότι προκαλεί συμπτώματα, συμβατά με αντιδράσεις απόσυρσης, σε μερικά νεογέννητα, των οποίων οι μητέρες λάμβαναν σερτραλίνη. Αυτό το φαινόμενο έχει επίσης παρατηρηθεί με άλλα αντικαταθλιπτικά της ομάδας των SSRIs. Η σερτραλίνη δε συνιστάται στην κύηση, εκτός εάν η κλινική κατάσταση της γυναίκας είναι τέτοια που το όφελος της θεραπείας αναμένεται να υπερκεράσει τον δυνητικό κίνδυνο.

Τα δεδομένα παρατήρησης υποδεικνύουν αυξημένο κίνδυνο (μικρότερο από το διπλάσιο) αιμορραγίας μετά τον τοκετό ύστερα από έκθεση σε SSRI/SNRI κατά τη διάρκεια του τελευταίου μήνα πριν από τη γέννηση (βλ. παραγράφους 4.4, 4.8).

Εάν η χρήση της σερτραλίνης από τη μητέρα συνεχίζεται στα τελευταία στάδια της κύησης, ιδιαιτέρως στο τρίτο τρίμηνο, τα νεογνά θα πρέπει να παρακολουθούνται. Τα ακόλουθα συμπτώματα μπορεί να εμφανιστούν στο νεογνό μετά τη χρήση της σερτραλίνης από τη μητέρα στα τελευταία στάδια της κύησης: αναπνευστική δυσχέρεια, κυάνωση, άπνοια, επιληπτικές κρίσεις, αστάθεια θερμοκρασίας, δυσκολία στην πρόσληψη τροφής, έμετος, υπογλυκαιμία, υπερτονία, υποτονία, υπεραντανακλαστικότητα, τρόμος, νευρικότητα, ευερεθιστότητα, λήθαργος, συνεχές κλάμα, υπνηλία και δυσκολία στον ύπνο. Αυτά τα συμπτώματα μπορεί να οφείλονται είτε σε σεροτονινεργικές επιδράσεις είτε σε συμπτώματα απόσυρσης. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων, οι επιπλοκές ξεκινούν αμέσως ή σύντομα (<24 ώρες) μετά τον τοκετό.

Επιδημιολογικά δεδομένα έχουν υποδείξει πως η χρήση SSRIs κατά την κύηση, ιδιαίτερα στο τέλος της κύησης, μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο επίμονης πνευμονικής υπέρτασης στο νεογνό (PPHN). Ο κίνδυνος που έχει παρατηρηθεί ήταν περίπου 5 περιπτώσεις ανά 1000 κυήσεις. Στον γενικό πληθυσμό, εμφανίζονται 1 έως 2 περιπτώσεις επίμονης πνευμονικής υπέρτασης ανά 1000 κυήσεις.

Γαλουχία

Δημοσιευμένα δεδομένα που αφορούν στα επίπεδα της σερτραλίνης στο μητρικό γάλα δείχνουν ότι μικρές ποσότητες σερτραλίνης και του μεταβολίτη της Ν- δεσμεθυλσερτραλίνη απεκκρίνονται στο γάλα. Γενικά αμελητέα έως μη ανιχνεύσιμα επίπεδα βρέθηκαν στον ορό του αίματος των βρεφών, με μία εξαίρεση ενός βρέφους με επίπεδα ορού περίπου 50% των μητρικών επιπέδων (αλλά χωρίς μία αντιληπτή επίδραση στην υγεία του βρέφους). Μέχρι σήμερα, δεν έχουν αναφερθεί ανεπιθύμητες ενέργειες στην υγεία βρεφών που γαλουχήθηκαν από μητέρες που χρησιμοποιούσαν σερτραλίνη, αλλά ο κίνδυνος δεν μπορεί να αποκλεισθεί. Η χρήση σε θηλάζουσες μητέρες δε συνιστάται, παρά μόνο αν τα οφέλη, σύμφωνα με την κρίση του γιατρού, υπερτερούν των κινδύνων.

Ικανότητα οδήγησης και χειρισμός μηχανημάτων

Κλινικές φαρμακολογικές μελέτες έχουν δείξει ότι η σερτραλίνη δεν έχει επίδραση στην ψυχοκινητική απόδοση. Ωστόσο, καθώς τα ψυχοτρόπα φάρμακα μπορεί να μειώσουν τις νοητικές ή σωματικές ικανότητες που απαιτούνται για την εκτέλεση δυνητικά επικίνδυνων εργασιών, όπως η οδήγηση αυτοκινήτου ή ο χειρισμός μηχανημάτων, ο ασθενής πρέπει να προειδοποιείται ανάλογα.

Σχετικό SPC

Zoloft 50 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία.

Zoloft 100 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία.

Το πηγαίο έγγραφο είναι διαθέσιμο προς ανάγνωση ή μεταφόρτωση από τους συνδρομητές.

ΠΧΠ : ZOLOFT Επικαλυμμένο με υμένιο δισκίο

Χρήσιμα εργαλεία

Αναζήτηση αλληλεπιδράσεων >

Μπορείτε να υποστηρίξετε τον Γαληνό στην αποστολή του να παρέχει δωρεάν έγκυρη πληροφόρηση για κάθε φάρμακο απενεργοποιώντας το Ad Blocker για αυτόν τον ιστότοπο.