Κλαύδιος Γαληνός
Δωρεάν εγγραφή Αποκτήσετε πρόσβαση σε όλες τις πληροφορίες και τα εργαλεία του galinos.gr για έναν μήνα
Γαληνός Office Χρησιμοποιήστε δωρεάν το νέο cloud πρόγραμμα διαχείρισης κάθε σύγχρονου ιατρείου
Έλεγχος συγχορήγησης Ελέγξτε την αγωγή σας για αντενδείξεις και αλληλεπιδράσεις μεταξύ των φαρμάκων
Πρόγραμμα συνδρομητών Μάθετε περισσότερα για τα οφέλη και τις επιπλέον παροχές των συνδρομητικών προγραμμάτων
Γαληνός Mobile Κατεβάστε τη δωρεάν εφαρμογή και απολαύστε τις υπηρεσίες του galinos.gr σε κινητό ή tablet
Γνωρίζατε οτι... Μοιραζόμαστε μαζί σας γεγονότα της πορείας του galinos.gr από το 2011 μέχρι σήμερα
 

AMOXIL DISP.TAB 1G/TAB BTX12 (FOILS 3x4)

Ευρετήριο Αναφορές

Σκεύασμα - Φαρμακολογικές ιδιότητες

Εμπορική
AMOXIL
Μορφή
Δισκία για διασπορά
Συγκέντρωση
1G/TAB

Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: πενικιλλίνες ευρέος φάσματος
Κωδικός ATC: J01CA04

Μηχανισμός δράσης

Η αμοξυκιλλίνη είναι μία ημισυνθετική πενικιλλίνη (αντιβιοτικό βήτα-λακτάμης) η οποία αναστέλλει ένα ή περισσότερα ένζυμα (αναφέρονται συνήθως ως πενικιλλινοδεσμευτικές πρωτεΐνες, PBP) στην οδό βιοσύνθεσης της βακτηριακής πεπτιδογλυκάνης, ενός βασικού δομικού συστατικού του τοιχώματος του βακτηριακού κυττάρου. Η αναστολή της πεπτιδογλυκάνης οδηγεί σε εξασθένηση του κυτταρικού τοιχώματος, της οποίας συνήθως έπεται η λύση και ο θάνατος του κυττάρου.

Η αμοξυκιλλίνη είναι ευαίσθητη στην αποδόμηση από βήτα-λακταμάσες που παράγουν τα ανθεκτικά βακτήρια και, επομένως, δεν είναι δραστική από μόνη της έναντι οργανισμών που παράγουν τέτοια ένζυμα.

Φαρμακοκινητική / φαρμακοδυναμική σχέση

Ο χρόνος πάνω από την ελάχιστη ανασταλτική συγκέντρωση (T>MIC) θεωρείται ότι είναι ο σημαντικότερος καθοριστικός παράγοντας για την αποτελεσματικότητα της αμοξυκιλλίνης.

Μηχανισμοί ανθεκτικότητας

Οι κύριοι μηχανισμοί ανθεκτικότητας στην αμοξυκιλλίνη είναι:

  • Απενεργοποίηση από βακτηριακές βήτα-λακταμάσες.
  • Τροποποίηση των PBP, που μειώνει τη συγγένεια του αντιβακτηριακού παράγοντα για το στόχο.

Η αδιαπερατότητα των βακτηρίων ή των μηχανισμών αντλίας εκροής μπορεί να προκαλούν ή να συμβάλλουν στη βακτηριακή ανθεκτικότητα, κυρίως σε αρνητικά κατά Gram βακτήρια.

Όρια ευαισθησίας

Τα όρια ευαισθησίας MIC για την αμοξυκιλλίνη είναι εκείνα που αναφέρονται στην έκδοση 5.0 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Δοκιμής της Ευαισθησίας σε Αντιμικροβιακούς Παράγοντες (EUCAST).

Ο επιπολασμός της ανθεκτικότητας ενδέχεται να ποικίλλει ανάλογα με τη γεωγραφική περιοχή και το χρόνο για επιλεγμένα είδη και είναι επιθυμητή η τοπική πληροφόρηση σχετικά με την ανθεκτικότητα, κυρίως κατά τη θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων. Αναλόγως των αναγκών, θα πρέπει να ζητείται συµβουλή ειδικού όταν ο τοπικός επιπολασµός της ανθεκτικότητας είναι τέτοιος που να καθιστά αµφισβητήσιµη τη χρησιµότητα του παράγοντα, τουλάχιστον σε κάποιους τύπους λοιµώξεων.

In vitro ευαισθησία μικροοργανισμών στην αμοξυκιλλίνη

Συνήθως ευαίσθητα είδη:

Θετικά κατά Gram αερόβια:
Enterococcus faecalis
Βήτα-αιμολυτικοί στρεπτόκοκκοι (Ομάδες A, B, C και G)
Listeria monocytogenes

Είδη για τα οποία η επίκτητη ανθεκτικότητα μπορεί να αποτελεί πρόβλημα:

Αρνητικά κατά Gram αερόβια:
Escherichia coli
Haemophilus influenzae
Helicobacter pylori
Proteus mirabilis
Salmonella typhi
Salmonella paratyphi
Pasteurella multocida

Θετικά κατά Gram αερόβια:
Σταφυλόκοκκοι αρνητικοί ως προς την κοαγουλάση
Staphylococcus aureus£
Streptococcus pneumoniae
Στρεπτόκοκκοι της ομάδας Viridans

Θετικά κατά Gram αναερόβια:
Clostridium spp.

Αρνητικά κατά Gram αναερόβια:
Fusobacterium spp.

Άλλο:
Borrelia burgdorferi

Εγγενώς ανθεκτικοί οργανισμοί†:

Θετικά κατά Gram αερόβια:
Enterococcus faecium†

Αρνητικά κατά Gram αερόβια:
Acinetobacter spp.
Enterobacter spp.
Klebsiella spp.
Pseudomonas spp.

Αρνητικά κατά Gram αναερόβια:
Bacteroides spp. (πολλά στελέχη Bacteroides fragilis είναι ανθεκτικά).

Άλλα:
Chlamydia spp.
Mycoplasma spp.
Legionella spp.

† Φυσική ενδιάμεση ευαισθησία απουσία μηχανισμού επίκτητης ανθεκτικότητας.
£ Σχεδόν όλα τα στελέχη S. aureus είναι ανθεκτικά στην αμοξυκιλλίνη λόγω της παραγωγής
πενικιλλινάσης. Επιπροσθέτως, όλα τα ανθεκτικά στη μεθυκιλλίνη στελέχη είναι ανθεκτικά
στην αμοξυκιλλίνη.

Φαρμακοκινητική

Απορρόφηση

Η αμοξυκιλλίνη διίσταται πλήρως σε υδατικό διάλυμα με φυσιολογικό pH. Απορροφάται καλά και ταχέως από το στόμα. Μετά τη χορήγηση από το στόμα, η βιοδιαθεσιμότητα της αμοξυκιλλίνης είναι 70% περίπου. Ο χρόνος έως τη μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα (Tmax) είναι περίπου μία ώρα.

Παρακάτω παρουσιάζονται τα φαρμακοκινητικά αποτελέσματα για μία μελέτη στην οποία χορηγήθηκε δόση αμοξυκιλλίνης 250 mg τρεις φορές την ημέρα σε κατάσταση νηστείας σε ομάδες υγιών εθελοντών.

CmaxTmax*AUC(0-24h)
(μg/ml) (h) ((μg.h/ml) (h)
3,3 ± 1,121,5 (1,0-2,0)26,7 ± 4,561,36 ± 0,56

* Διάμεση τιμή (εύρος)

Στο εύρος από 250 έως 3.000 mg, η βιοδιαθεσιμότητα είναι γραμμική αναλογικά με τη δόση (μετρήθηκε ως Cmax και AUC). Η απορρόφηση δεν επηρεάζεται από ταυτόχρονη λήψη τροφής.

Για την αποβολή της αμοξυκιλλίνης μπορεί να χρησιμοποιηθεί αιμοδιύλιση.

Κατανομή

Περίπου 18% της ολικής αμοξυκιλλίνης στο πλάσμα συνδέεται με πρωτεΐνες και ο φαινομενικός όγκος κατανομής είναι περίπου 0,3 έως 0,4 l/kg.

Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, αμοξυκιλλίνη έχει βρεθεί στη χοληδόχο κύστη, στον κοιλιακό ιστό, στο δέρμα, στο λίπος, σε μυϊκούς ιστούς, στο αρθρικό και περιτοναϊκό υγρό, στη χολή και σε πύο. Η αμοξυκιλλίνη δεν κατανέμεται επαρκώς στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό.

Δεν υπάρχουν στοιχεία από ζωικές μελέτες σχετικά με σημαντική κατακράτηση προερχόμενου από το φάρμακο υλικού στους ιστούς. Η αμοξυκιλλίνη, όπως οι περισσότερες πενικιλλίνες, μπορεί να ανιχνευθεί στο μητρικό γάλα (βλέπε παράγραφο 4.6).

Έχει δειχθεί ότι η αμοξυκιλλίνη διαπερνά το φραγμό του πλακούντα (βλέπε παράγραφο 4.6).

Βιομετασχηματισμός

Η αμοξυκιλλίνη απεκκρίνεται κατά ένα μέρος στα ούρα με τη μορφή του αδρανούς πενικιλλοϊκού οξέος σε ποσότητες ισοδύναμες με το 10-25 % της αρχικής δόσης.

Αποβολή

Η κυριότερη οδός αποβολής της αμοξυκιλλίνης είναι οι νεφροί.

Η αμοξυκιλλίνη έχει μέση ημιζωή αποβολής περίπου μία ώρα και μέση ολική κάθαρση περίπου 25 l/ώρα σε υγιή άτομα. Περίπου 60-70% της αμοξυκιλλίνης απεκκρίνεται αναλλοίωτη από τα ούρα κατά τις πρώτες 6 ώρες μετά τη χορήγηση μιας εφάπαξ δόσης 250 mg ή 500 mg αμοξυκιλλίνης. Σε διάφορες μελέτες έχει βρεθεί ότι η απέκκριση της αμοξυκιλλίνης στα ούρα είναι 50-85% σε διάστημα 24 ωρών.

Η ταυτόχρονη χρήση γεμφιβροζίλης καθυστερεί την απέκκριση της αμοξυκιλλίνης (βλέπε παράγραφο 4.5).

Ηλικία

Η ημιζωή αποβολής της αμοξυκιλλίνης είναι παρόμοια για παιδιά ηλικίας περίπου 3 μηνών έως 2 ετών και μεγαλύτερα παιδιά και ενήλικες. Για πολύ μικρά παιδιά (συμπεριλαμβανομένων των πρόωρων βρεφών) που βρίσκονται στις πρώτες εβδομάδες της ζωής τους, το μεσοδιάστημα χορήγησης δεν θα πρέπει να ξεπερνά τις δύο φορές την ημέρα, λόγω της ανωριμότητας της νεφρικής οδού αποβολής. Επειδή οι ηλικιωμένοι ασθενείς είναι πιθανότερο να έχουν μειωμένη νεφρική λειτουργία, θα πρέπει να λαμβάνεται μέριμνα για την επιλογή της δόσης και μπορεί να είναι χρήσιμο να παρακολουθείται η νεφρική λειτουργία.

Φύλο

Μετά τη χορήγηση αμοξυκιλλίνης από το στόμα σε υγιείς άνδρες και γυναίκες, το φύλο δεν είχε σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική της αμοξυκιλλίνης.

Νεφρική δυσλειτουργία

Η ολική κάθαρση της αμοξυκιλλίνης από τον ορό ελαττώνεται αναλογικά με τη μείωση της νεφρικής λειτουργίας (βλέπε παραγράφους 4.2 και 4.4).

Ηπατική δυσλειτουργία

Σε ασθενείς με διαταραχή της ηπατικής λειτουργίας, η δόση θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή και θα πρέπει να παρακολουθείται η ηπατική λειτουργία ανά τακτά διαστήματα.

Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Τα μη κλινικά δεδομένα δεν αποκαλύπτουν ιδιαίτερο κίνδυνο για τον άνθρωπο με βάση τις μελέτες φαρμακολογικής ασφάλειας, τοξικότητας επαναλαμβανόμενων δόσεων, γονοτοξικότητας και τοξικότητας στην αναπαραγωγική ικανότητα και ανάπτυξη.

Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες καρκινογενετικότητας με αμοξυκιλλίνη.

Καρκινογένεση, μεταλλάξεις, στείρωση

Γονιμότητα

Δεν διατίθενται δεδομένα σχετικά με τις επιδράσεις της αμοξυκιλλίνης στην ανθρώπινη γονιμότητα. Αναπαραγωγικές μελέτες σε ζώα δεν έχουν δείξει επιδράσεις στη γονιμότητα.