Κλαύδιος Γαληνός
Δωρεάν εγγραφή Αποκτήσετε πρόσβαση σε όλες τις πληροφορίες και τα εργαλεία του galinos.gr για έναν μήνα
Γαληνός Office Χρησιμοποιήστε δωρεάν το νέο cloud πρόγραμμα διαχείρισης κάθε σύγχρονου ιατρείου
Έλεγχος συγχορήγησης Ελέγξτε την αγωγή σας για αντενδείξεις και αλληλεπιδράσεις μεταξύ των φαρμάκων
Πρόγραμμα συνδρομητών Μάθετε περισσότερα για τα οφέλη και τις επιπλέον παροχές των συνδρομητικών προγραμμάτων
Γαληνός Mobile Κατεβάστε τη δωρεάν εφαρμογή και απολαύστε τις υπηρεσίες του galinos.gr σε κινητό ή tablet
Γνωρίζατε οτι... Μοιραζόμαστε μαζί σας γεγονότα της πορείας του galinos.gr από το 2011 μέχρι σήμερα
 

IMODIUM INSTANT LING.TAB 2MG/TAB BTx6(BLIST 1x6)

Ευρετήριο Αναφορές

Σκεύασμα - Φαρμακολογικές ιδιότητες

Εμπορική
IMODIUM
Μορφή
Δισκίο επιγλώσσιο
Συγκέντρωση
2MG/TAB

Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιπροωθητικό
Κωδικός ATC: Α07DA03

Η λοπεραμίδη συνδέεται με τους υποδοχείς των οπιούχων στο εντερικό τοίχωμα. Κατά συνέπεια, αναστέλλει την απελευθέρωση της ακετυλοχολίνης και των προσταγλανδινών, ελαττώνοντας έτσι την προωθητική περισταλτικότητα αυξανόμενου και του χρόνου διάβασης του εντέρου. Η λοπεραμίδη αυξάνει τον τόνο του σφιγκτήρα του ορθού, ελαττώνοντας έτσι την ακράτεια και την έπειξη προς κένωση. Λόγω της μεγάλης χημικής συγγένειας προς το εντερικό τοίχωμα και του υψηλού μεταβολικού φαινομένου πρώτης διόδου, η λοπεραμίδη σχεδόν δεν φθάνει στην συστηματική κυκλοφορία.

Φαρμακοκινητική

Απορρόφηση

Η μεγαλύτερη ποσότητα της χορηγούμενης από του στόματος λοπεραμίδης απορροφάται από το έντερο, όμως ως αποτέλεσμα του σημαντικού μεταβολισμού μέσω της πρώτης διόδου, η συστημική βιοδιαθεσιμότητα είναι περίπου μόνο 0.3%.

Κατανομή

Μελέτες κατανομής σε αρουραίους έδειξαν μια υψηλή συγγένεια για το εντερικό τοίχωμα με προτίμηση προς σύνδεση με τους υποδοχείς των επιμήκων λείων μυϊκών ινών. Η σύνδεση της λοπεραμίδης με τις πρωτεϊνες του πλάσματος είναι 95%, κυρίως με την αλβουμίνη. Μη κλινικά δεδομένα έδειξαν ότι η λοπεραμίδη είναι υπόστρωμα της Ρ-γλυκοπρωτεΐνης.

Μεταβολισμός

Η λοπεραμίδη απορροφάται εύκολα από το έντερο, και μεταβολίζεται στο ήπαρ, όπου συζεύγνυται και απεκκρίνεται μέσω της χολής. Η οξειδωτική Ν-απομεθυλίωση είναι η κύρια μεταβολική οδός για τη λοπεραμίδη και διαμεσολαβείται κυρίως μέσω του CYP3A4 και του CYP2C8. Λόγω αυτού του πολύ υψηλού μεταβολισμού πρώτης διόδου από το ήπαρ, οι συγκεντρώσεις του αμετάβλητου φαρμάκου στο πλάσμα παραμένουν εξαιρετικά χαμηλές.

Απέκκριση

Ο χρόνος ημιζωής της λοπεραμίδης στον άνθρωπο είναι περίπου 11 ώρες με διακύμανση 9-14 ώρες. Η απέκκριση της αμεταβόλιστης λοπεραμίδης και των μεταβολιτών γίνεται κυρίως μέσω των κοπράνων.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Δεν έχουν πραγματοποιηθεί φαρμακοκινητικές μελέτες σε παιδιατρικό πληθυσμό. Αναμένεται ότι η φαρμακοκινητική συμπεριφορά της λοπεραμίδης και οι αλληλεπιδράσεις φαρμάκων με τη λοπεραμίδη θα είναι παρόμοιες με αυτές των ενηλίκων.

Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Η μη κλινική in vitro και in vivo αξιολόγηση της λοπεραμίδης στο θεραπευτικό εύρος συγκεντρώσεων στο αίμα αλλά και με σημαντικά μεγαλύτερο εύρος συγκεντρώσεων (έως και 47 φορές μεγαλύτερες) δεν δείχνει σημαντική επίδραση στην καρδιακή ηλεκτροφυσιολογία. Ωστόσο, σε εξαιρετικά υψηλές συγκεντρώσεις σχετιζόμενες με υπερδοσολογία (βλ. παράγραφο 4.4), η λοπεραμίδη έχει επίδραση στην καρδιακή ηλεκτροφυσιολογία, όπως αναστολή των διαύλων καλίου (hERG) και νατρίου και αρρυθμίες.

Μελέτες τοξικότητας με τη λοπεραμίδη διάρκειας μέχρι 12 μήνες σε σκύλους και 18 μήνες σε αρουραίους δεν έδειξαν καμιά τοξική δράση εκτός από μια μικρή μείωση βάρους και κατανάλωσης τροφής σε ημερήσιες δόσεις μέχρι 50mg/kg/ημέρα (30 φορές μεγαλύτερη από την μέγιστη ανθρώπινη δόση) και 40mg/kg/ημέρα (240 φορές μεγαλύτερη από την μέγιστη ανθρώπινη δόση), αντίστοιχα. Τα επίπεδα μη τοξικής δράσης σε αυτές τις μελέτες ήταν 1,25mg/kg/ημέρα (8 φορές μεγαλύτερα από την μέγιστη ανθρώπινη δόση) και 10mg/kg/ημέρα (60 φορές μεγαλύτερα από την μέγιστη ανθρώπινη δόση) στους σκύλους και στους αρουραίους, αντίστοιχα. Αποτελέσματα από in vivo και in vitro μελέτες που διεξήχθησαν έδειξαν ότι η λοπεραμίδη δεν είναι γονοτοξική.

Δεν υπήρξε καμιά ένδειξη καρκινογένεσης. Σε μελέτες αναπαραγωγής, πολύ υψηλές δόσεις λοπεραμίδης (40 mg/kg/ημέρα - 240 φορές μεγαλύτερη από τη μέγιστη ανθρώπινη δόση) προκάλεσαν διαταραχή στη γονιμότητα και στην επιβίωση του εμβρύου σε συνδυασμό με τη μητρική τοξικότητα στους αρουραίους. Χαμηλότερες δόσεις δεν είχαν επίδραση στην υγεία της μητέρας ή του εμβρύου και δεν επηρέασαν την περι- ή μετα- γεννητική ανάπτυξη.

Σε προκλινικό επίπεδο επιδράσεις παρατηρήθηκαν μόνο μετά από χορήγηση δόσεων που θεωρήθηκαν πολύ υπερβολικές σε σχέση με τη μέγιστη ανθρώπινη δόση, υποδηλώνοντας μικρή συσχέτιση με την κλινική πράξη.