Κλαύδιος Γαληνός
Δωρεάν εγγραφή Αποκτήσετε πρόσβαση σε όλες τις πληροφορίες και τα εργαλεία του Galinos.gr για έναν μήνα
Γαληνός Office Χρησιμοποιήστε δωρεάν το νέο cloud πρόγραμμα διαχείρισης κάθε σύγχρονου ιατρείου
Έλεγχος συγχορήγησης Ελέγξτε την αγωγή σας για αντενδείξεις και αλληλεπιδράσεις μεταξύ των φαρμάκων
Πρόγραμμα συνδρομητών Μάθετε περισσότερα για τα οφέλη και τις επιπλέον παροχές των συνδρομητικών προγραμμάτων
Γαληνός Mobile Κατεβάστε τη δωρεάν εφαρμογή και απολαύστε τις υπηρεσίες του Galinos.gr σε κινητό ή tablet
Γνωρίζατε οτι... Μοιραζόμαστε μαζί σας γεγονότα της πορείας του Galinos.gr από το 2011 μέχρι σήμερα
®
 

Καψαϊκίνη

Ευρετήριο Αναφορές

Δραστική ουσία - Φαρμακολογικές ιδιότητες

Μηχανισμός δράσης

Η καψαϊκίνη, ή 6-εννεανοεναμίδιο, N-[(4-υδροξυ-3-μεθοξυφαινύλιο) μεθυλιο]8μεθύλιο, (6E), είναι ένας εξαιρετικά εκλεκτικός αγωνιστής του υποδοχέα βανιλλοειδών τύπου 1 (TRPV1-transient receptor potential vanilloid 1). Η αρχική επίδραση της καψαϊκίνης είναι η ενεργοποίηση δερματικών αλγοϋποδοχέων με έκφραση TRPV1, η οποία έχει ως αποτέλεσμα την πρόκληση έντονων αισθήσεων και ερυθήματος λόγω της έκκρισης αγγειοενεργών νευροπεπτιδίων.

Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις

Μετά την έκθεση στην καψαϊκίνη, οι δερματικοί αλγοϋποδοχείς γίνονται λιγότερο ευαίσθητοι σε διάφορα ερεθίσματα. Αυτές οι μεταγενέστερες επιδράσεις της καψαϊκίνης αναφέρονται συχνά ως «απευαισθητοποίηση» και θεωρείται ότι αποτελούν τον βασικό λόγο ανακούφισης από το άλγος. Η αίσθηση στα δερματικά νεύρα χωρίς έκφραση TRPV1 αναμένεται να παραμείνει αμετάβλητη, περιλαμβανομένης της ικανότητας ανίχνευσης μηχανικών και παλμικών ερεθισμάτων. Οι αλλαγές στους δερματικούς αλγοϋποδοχείς που προκαλούνται από την καψαϊκίνη είναι αναστρέψιμες και έχει αναφερθεί και παρατηρηθεί ότι σε υγιείς εθελοντές η φυσιολογική λειτουργία (εντοπισμός επιβλαβών αισθήσεων) επανέρχεται σε μερικές εβδομάδες.

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια

Η αποτελεσματικότητα της εφαρμογής της καψαϊκίνης για 30 λεπτά στα πόδια έχει καταδειχθεί σε ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές που διενεργήθηκαν σε ασθενείς με επώδυνη νευροπάθεια σχετιζόμενη με τον HIV (HIV-AN) και με επώδυνη διαβητική περιφερική νευροπάθεια. Η αποτελεσματικότητα της εφαρμογής της καψαϊκίνης για 60 λεπτά σε άλλα μέρη του σώματος, πέραν των ποδιών, έχει καταδειχθεί σε ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές που διενεργήθηκαν σε ασθενείς με μεθερπητική νευραλγία (PHN). Η μείωση στην αίσθηση του άλγους παρατηρήθηκε από την 1 η εβδομάδα στους ασθενείς με PHN, στην 2 η εβδομάδα στους ασθενείς με HIV-AN και στην 3η εβδομάδα στους ασθενείς με επώδυνη διαβητική περιφερική νευροπάθεια. Και για τις τρεις αιτιολογίες η αποτελεσματικότητα διατηρήθηκε καθ' όλη τη διάρκεια των 12 εβδομάδων της μελέτης. Για την επώδυνη διαβητική περιφερική νευροπάθεια έχει αποδειχθεί σταθερή και αναπαραγώγιμη αποτελεσματικότητα με επαναλαμβανόμενες θεραπείες κατά τη διάρκεια μιας περιόδου 52 εβδομάδων.

Το προφίλ ασφαλείας της καψαϊκίνης σε διαβητικούς ασθενείς ήταν σε συμφωνία με αυτό που παρατηρήθηκε σε μη διαβητικό πληθυσμό.

Η καψαϊκίνη καταδείχθηκε αποτελεσματική χορηγούμενη ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με συστηματικά φαρμακευτικά προϊόντα για το νευροπαθητικό άλγος.

Φαρμακοκινητική

Η καψαϊκίνη προορίζεται για χορήγηση στο δέρμα.

Βάσει in vitro μελετών, εκτιμάται ότι περίπου 1% της καψαϊκίνης απορροφάται από το επιδερμικό και δερμικό στρώμα της επιδερμίδας κατά την εφαρμογή του επιθέματος για μία ώρα. Καθώς η ποσότητα της καψαϊκίνης που απελευθερώνεται από το επίθεμα κάθε ώρα είναι ανάλογη με την επιφάνεια εφαρμογής, η μέγιστη υπολογιζόμενη συνολική πιθανή δόση για επιφάνεια εφαρμογής 1000 cm² είναι περίπου 7 mg. Θεωρώντας ότι ένα επίθεμα επιφάνειας 1000 cm² παρέχει περίπου 1% καψαϊκίνης σε ένα άτομο βάρους 60 kg, η μέγιστη πιθανή έκθεση στην καψαϊκίνη είναι περίπου 0,12 mg/kg, μία φορά κάθε 3 μήνες.

Σύμφωνα με την Επιστημονική Επιτροπή Τροφίμων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η μέση ημερήσια πρόσληψη καψαϊκίνης από το στόμα στην Ευρώπη είναι 1,5 mg/ημέρα (0,025 mg/kg/ημέρα για ένα άτομο 60 kg) και η μέγιστη διατροφική έκθεση είναι 25 έως 200 mg/ημέρα (έως 3,3 mg/kg/ημέρα για ένα άτομο 60 kg).

Τα φαρμακοκινητικά δεδομένα σε ανθρώπους κατέδειξαν παροδική, μικρή (< 5 ng/ml) συστηματική έκθεση στην καψαϊκίνη σε περίπου ένα τρίτο των ασθενών με μεθερπητική νευραλγία (PHN), σε 3% των ασθενών με επώδυνη διαβητική περιφερική νευροπάθεια και σε κανέναν ασθενή με επώδυνη νευροπάθεια σχετιζόμενη με τον HIV μετά τη χορήγηση επιθέματος καψαϊκίνης για 60 λεπτά. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για την εφαρμογή του επιθέματος διάρκειας 30 λεπτών. Γενικά, τα ποσοστά των ασθενών με μεθερπητική νευραλγία (PHN) οι οποίοι έχουν υποβληθεί σε συστηματική έκθεση στην καψαϊκίνη αυξάνονται καθώς αυξάνεται η επιφάνεια εφαρμογής του επιθέματος και η διάρκεια της θεραπείας. Η υψηλότερη συγκέντρωση καψαϊκίνης που ανιχνεύθηκε σε ασθενείς μετά από 60λεπτη εφαρμογή επιθέματος καψαϊκίνης ήταν 4,6 ng/mL και παρατηρήθηκε αμέσως μετά την αφαίρεση του επιθέματος. Τα περισσότερα ποσοτικώς προσδιορίσιμα επίπεδα παρατηρήθηκαν κατά την αφαίρεση του επιθέματος, με σαφή τάση εξαφάνισης σε 3 έως 6 ώρες μετά την αφαίρεσή του. Σε κανένα υποκείμενο της μελέτης δεν παρατηρήθηκαν ανιχνεύσιμα επίπεδα μεταβολιτών.

Η φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού ασθενών στους οποίους τοποθετήθηκε επίθεμα για 60 και 90 λεπτά υποδεικνύει ότι τα επίπεδα καψαϊκίνης στο πλάσμα ανήλθαν στα ανώτερα επίπεδα περίπου 20 λεπτά μετά την αφαίρεση του επιθέματος καψαϊκίνης και μειώθηκαν ταχύτατα με μέση διάρκεια ημιζωής περίπου 130 λεπτών.

Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Τα μη κλινικά δεδομένα δεν αποκαλύπτουν ιδιαίτερο κίνδυνο για τον άνθρωπο με βάση τις συμβατικές μελέτες φαρμακολογικής ασφάλειας, τοξικότητας εφάπαξ δόσης και τοξικότητας επαναλαμβανόμενων δόσεων.

Οι μελέτες γονοτοξικότητας που διενεργήθηκαν για την καψαϊκίνη καταδεικνύουν ασθενή μεταλλαξιογόνο απόκριση κατά την ανάλυση λεμφώματος ποντικών και αρνητική απόκριση στη μετάλλαξη των βακτηριακών κυττάρων, των μικροπυρήνων ποντικών και των χρωμοσωματικών ανωμαλιών κατά τις δοκιμές σε ανθρώπινα λεμφοκύτταρα του περιφερικού αίματος.

Μια μελέτη καρκινογένεσης που διενεργήθηκε σε ποντικούς υποδεικνύει ότι η καψαϊκίνη δεν προκαλεί καρκινογένεση.

Μια μελέτη τοξικότητας στην αναπαραγωγική ικανότητα που διενεργήθηκε σε αρουραίους κατέδειξε στατιστικά σημαντική μείωση στον αριθμό και στο ποσοστό κινητικότητας του σπέρματος σε αρουραίους που υποβλήθηκαν σε θεραπεία διάρκειας 3 ωρών/ημέρα, η οποία ξεκίνησε 28 ημέρες πριν από τη συμβίωση, συνεχίστηκε κατά τη διάρκεια της συμβίωσης, καθώς και την ημέρα πριν από τη θανάτωση. Ο δείκτης γονιμότητας και ο αριθμός των κυήσεων σε αρουραίους που συμβιώνουν μειώθηκε σε όλες τις ομάδες που έλαβαν καψαϊκίνη, παρά το γεγονός ότι η μείωση αυτή δεν είναι στατιστικά σημαντική ούτε δοσοεξαρτώμενη.

Μια μελέτη τερατολογίας που διενεργήθηκε σε κουνέλια δεν κατέδειξε κανένα ενδεχόμενο εμβρυϊκής τοξικότητας. Η καθυστέρηση στη σκελετική οστεοποίηση (μείωση στην οστεοποίηση μεταταρσίων) παρατηρήθηκε στη μελέτη τερατολογίας σε αρουραίους σε δόσεις μεγαλύτερες από τις θεραπευτικές δόσεις που χορηγούνται σε ανθρώπους. Η σπουδαιότητα του εν λόγω ευρήματος για τους ανθρώπους δεν είναι γνωστή. Οι μελέτες περιγεννητικής και μεταγεννητικής τοξικολογίας που διενεργήθηκαν σε αρουραίους δεν καταδεικνύουν πιθανότητα τοξικότητας στην αναπαραγωγική ικανότητα. Οι αρουραίοι που θήλαζαν και εκτέθηκαν στην καψαϊκίνη σε ημερήσια βάση για 3 ώρες εμφάνισαν μετρήσιμα επίπεδα καψαϊκίνης στο μητρικό γάλα.

Στη μελέτη δερματικής ευαισθητοποίησης ινδικών χοιριδίων παρατηρήθηκε ήπια ευαισθητοποίηση.