Κλαύδιος Γαληνός
Δωρεάν εγγραφή Αποκτήσετε πρόσβαση σε όλες τις πληροφορίες και τα εργαλεία του galinos.gr για έναν μήνα
Γαληνός Office Χρησιμοποιήστε δωρεάν το νέο cloud πρόγραμμα διαχείρισης κάθε σύγχρονου ιατρείου
Έλεγχος συγχορήγησης Ελέγξτε την αγωγή σας για αντενδείξεις και αλληλεπιδράσεις μεταξύ των φαρμάκων
Πρόγραμμα συνδρομητών Μάθετε περισσότερα για τα οφέλη και τις επιπλέον παροχές των συνδρομητικών προγραμμάτων
Γαληνός Mobile Κατεβάστε τη δωρεάν εφαρμογή και απολαύστε τις υπηρεσίες του galinos.gr σε κινητό ή tablet
Γνωρίζατε οτι... Μοιραζόμαστε μαζί σας γεγονότα της πορείας του galinos.gr από το 2011 μέχρι σήμερα
 

CANESTEN VAG.TAB 0,1G/TAB BTx6(AL FORM PACK)+ 1 APPLICATEUR 1 APPLICATEUR

Ευρετήριο Αναφορές

Σκεύασμα - Φαρμακολογικές ιδιότητες

Εμπορική
CANESTEN
Μορφή
Δισκία κολπικά
Συγκέντρωση
100MG/TAB

Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Παράγωγα ιμιδαζολίου – Κολπική χορήγηση
Κωδικός ATC: G01AF02

Mηχανισμός δράσης

Η κλοτριμαζόλη δρα κατά των μυκήτων μέσω της αναστολής της σύνθεσης της εργοστερόλης. Η αναστολή της σύνθεσης της εργοστερόλης οδηγεί στην δομική και λειτουργική βλάβη της κυτταρικής μεμβράνης των μυκήτων.

Η κλοτριμαζόλη έχει ένα ευρύ φάσμα αντιμυκητιασικής δράσης in vitro και in vivo, που περιλαμβάνει δερματόφυτα, ζυμομύκητες, ευρωτομύκητες κλπ.

Υπό κατάλληλες συνθήκες ελέγχου, οι τιμές Ελάχιστης Ανασταλτικής Συγκέντρωσης (MIC) για αυτούς τους τύπους των μυκήτων είναι από μικρότερες του 0,062 έως 8,0 μg/ml υποστρώματος. Ο μηχανισμός δράσης της κλοτριμαζόλης είναι κυρίως μυκητοστατικός ή μυκητοκτόνος ανάλογα με τη συγκέντρωση της κλοτριμαζόλης στον τόπο της λοίμωξης. Η in vitro δραστηριότητα περιορίζεται στα πολλαπλασιαζόμενα μυκητιασικά στοιχεία ενώ οι σπόροι των μυκήτων είναι μόνο ελάχιστα ευαίσθητοι.

Επιπρόσθετα της αντιμυκητιασικής της δράσης, η κλοτριμαζόλη δρά επίσης σε gram-θετικούς μικροοργανισμούς (στρεπτόκοκκοι/σταφυλόκοκκοι/Gardnerella vaginalis), και σε gram-αρνητικούς μικροοργανισμούς (Bacteroides).

In vitro, η κλοτριμαζόλη αναστέλλει τον πολλαπλασιασμό των Corynebacteria και των gram θετικών κόκκων - εξαιρουμένων των εντερόκοκκων - σε συγκεντρώσεις 0,5-10 μg/ml υποστρώματος.

Πρωτογενώς ανθεκτικά στελέχη των ευαίσθητων μυκήτων είναι πολύ σπάνια. Η ανάπτυξη δευτερογενούς ανθεκτικότητας από ευαίσθητους μύκητες μετά από θεραπεία έχει μέχρι τώρα παρατηρηθεί μόνο σε μεμονωμένες περιπτώσεις.

Φαρμακοκινητική

Μελέτες φαρμακοκινητικής μετά από κολπική χορήγηση έδειξαν ότι μόνο μικρή ποσότητα της κλοτριμαζόλης (3-10%) απορροφάται. Λόγω του γρήγορου ηπατικού μεταβολισμού της απορροφούμενης κλοτριμαζόλης σε φαρμακολογικά ανενεργούς μεταβολίτες, οι προκύπτουσες μέγιστες συγκεντρώσεις της κλοτριμαζόλης στο πλάσμα, μετά από κολπική εφαρμογή δόσης 500mg, ήταν <10ng/ml, υποδηλώνοντας ότι η κλοτριμαζόλη που εφαρμόζεται ενδοκολπικά είναι απίθανο να προκαλέσει μετρήσιμες συστηματικές επιδράσεις ή ανεπιθύμητες ενέργειες.

Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Μη κλινικά δεδομένα δεν αποκαλύπτουν ιδιαίτερο κίνδυνο για τον άνθρωπο με βάση τις συμβατικές μελέτες φαρμακολογικής ασφάλειας, τοξικότητας επαναλαμβανόμενων δόσεων, γονοτοξικότητας, ενδεχόμενης καρκινογόνου δράσης και τοξικότητας στην αναπαραγωγική ικανότητα και ανάπτυξη.

Η τοπική και συστημική ανοχή της κλοτριμαζόλης σε διάφορες φαρμακοτεχνικές μορφές, εκτιμήθηκε σε ενδοκολπικές μελέτες σε σκυλιά και πιθήκους και σε υποξείες δερματικές μελέτες σε κουνέλια. Δεν υπήρξε καμία ένδειξη σχετιζόμενων με τη θεραπεία τοπικών ή συστημικών ανεπιθύμητων ενεργειών σε οποιαδήποτε από αυτές τις μελέτες.

Η από του στόματος τοξικότητα της κλοτριμαζόλης έχει μελετηθεί καλά.

Μετά από μια εφάπαξ από του στόματος χορήγηση, η κλοτριμαζόλη ήταν ελαφρώς προς μετρίως τοξική σε πειραματόζωα, με LD50 τιμές 761-923 mg/kg σωματικού βάρους για τα ποντίκια, 95-114 mg/kg σωματικού βάρους για τα νεογέννητα ποντίκια και 114 έως 718 mg/kg σωματικού βάρους για ενήλικους αρουραίους, >1000 mg/kg σωματικού βάρους για τα κουνέλια, και> 2000 mg/kg σωματικού βάρους για τους σκύλους και τις γάτες.

Σε μελέτες επαναλαμβανόμενης δόσης από του στόματος, που διεξήχθησαν σε αρουραίους και σκύλους, το ήπαρ βρέθηκε να είναι το κύριο όργανο στόχος για τοξικότητα. Αυτό αποδείχθηκε από την αύξηση στον ορό των δραστηριοτήτων των τρανσαμινασών και την εμφάνιση κενοτοπίων του ήπατος και εναποθέσεων λίπους ξεκινώντας στα 50 mg/kg στη χρόνια (78-εβδομάδων) μελέτη σε αρουραίους και στα 100 mg/kg στην υποχρόνια (13-εβδομάδων) μελέτη σε σκύλους.

Η κλοτριμαζόλη έχει μελετηθεί εκτεταμένα σε in vitro και in vivo δοκιμασίες μεταλλαξιογένεσης, και δε βρέθηκε καμία ένδειξη μεταλλαξιογόνου δυναμικού. Μια μελέτη 78-εβδομάδων με από του στόματος χορήγηση της κλοτριμαζόλης σε αρουραίους δεν έδειξε καμία καρκινογόνο δράση.

Σε μία μελέτη γονιμότητας σε αρουραίους, ομάδες FB30 αρουραίων έλαβαν από του στόματος δόσεις κλοτριμαζόλης μέχρι 50 mg/kg σωματικού βάρους, για 10 εβδομάδες πριν το ζευγάρωμα και είτε κατά τη διάρκεια της 3-εβδομάδων περιόδου ζευγαρώματος (για τους άνδρες μόνο) ή, για τα θηλυκά, μέχρι την ημέρα 13 της κυοφορίας ή 4-εβδομάδες μετά τον τοκετό. Η νεογνική επιβίωση μειώθηκε στην ομάδα 50 mg/kg σωματικού βάρους. Η κλοτριμαζόλη σε δόσεις μέχρι και 25 mg/kg σωματικού βάρους δεν επηρέασε αρνητικά την ανάπτυξη των νεογνών. Η κλοτριμαζόλη σε όλες τις δόσεις δεν επηρέασε τη γονιμότητα.

Δεν παρατηρήθηκαν επιδράσεις τερατογένεσης σε μελέτες σε ποντίκια, κουνέλια και αρουραίους, με από του στόματος δόσεις έως 200, 180, και 100 mg/kg, αντιστοίχως.

Μία μελέτη με 3 θηλάζοντες αρουραίους που έλαβαν κλοτριμαζόλη 30 mg/kg ενδοφλεβίως έδειξε ότι το φάρμακο εκκρίνεται στο γάλα σε επίπεδα υψηλότερα από ό, τι στο πλάσμα κατά έναν παράγοντα 10 έως 20 στις 4 ώρες μετά τη χορήγηση, ακολουθούμενο από μια μείωση κατά έναν παράγοντα 0.4, στις 24 ώρες.

Δεδομένης της περιορισμένης απορρόφησης της κλοτριμαζόλης μετά από κολπική χορήγηση (εκτιμάται σε 3%-10%), δεν αναμένεται κίνδυνος από την κολπική χρήση της κλοτριμαζόλης.

Καρκινογένεση, μεταλλάξεις, στείρωση

Γονιμότητα

Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες σε ανθρώπους για τις επιδράσεις της κλοτριμαζόλης στη γονιμότητα, εντούτοις, μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν κάποιες επιδράσεις του φαρμάκου στη γονιμότητα.