Κλαύδιος Γαληνός
Δωρεάν εγγραφή Αποκτήσετε πρόσβαση σε όλες τις πληροφορίες και τα εργαλεία του galinos.gr για έναν μήνα
Γαληνός Office Χρησιμοποιήστε δωρεάν το νέο cloud πρόγραμμα διαχείρισης κάθε σύγχρονου ιατρείου
Έλεγχος συγχορήγησης Ελέγξτε την αγωγή σας για αντενδείξεις και αλληλεπιδράσεις μεταξύ των φαρμάκων
Πρόγραμμα συνδρομητών Μάθετε περισσότερα για τα οφέλη και τις επιπλέον παροχές των συνδρομητικών προγραμμάτων
Γαληνός Mobile Κατεβάστε τη δωρεάν εφαρμογή και απολαύστε τις υπηρεσίες του galinos.gr σε κινητό ή tablet
Γνωρίζατε οτι... Μοιραζόμαστε μαζί σας γεγονότα της πορείας του galinos.gr από το 2011 μέχρι σήμερα
 

ALGINE TAB (500+65)MG/TAB BTX12(1BLISTX12)

Ευρετήριο Αναφορές

Σκεύασμα - Φαρμακολογικές ιδιότητες

Εμπορική
ALGINE
Μορφή
Δισκίο
Συγκέντρωση
500MG/TAB (1) + 65MG/TAB (2)

Φαρμακοδυναμική

Γενικά χαρακτηριστικά

Παρακεταμόλη

Η παρακεταμόλη είναι αναλγητικό και αντιπυρετικό. Η παρακεταμόλη έχει αναλγητικές και αντιπυρετικές ιδιότητες παρόμοιες με αυτές του ακετυλοσαλικυλικού οξέος και ασθενείς αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες. Είναι ασθενής αναστολέας της βιοσύνθεσης των προσταγλανδινών αν και υπάρχουν ενδείξεις ότι είναι πιο αποτελεσματική κατά των ενζύμων του ΚΝΣ από αυτά της περιφέρειας. Εφάπαξ ή επαναλαμβανόμενη δοσολογία δεν επιδρά στο καρδιαγγειακό ή στο αναπνευστικό σύστημα. Δεν προκαλεί γαστρικό ερεθισμό όπως τα σαλικυλικά και έχει μόνον ασθενή δράση στα αιμοπετάλια.

Καφεΐνη

Η καφεΐνη εμφανίζει ποικίλη φαρμακολογική δράση τόσο στο κεντρικό νευρικό σύστημα όσο και στην περιφέρεια. Η καφεΐνη είναι διεργετικό του κεντρικού νευρικού συστήματος, του καρδιακού μυός, διουρητικό, προκαλεί χαλάρωση του λείου μυός, αυξάνει την έκκριση του γαστρικού οξέος και προκαλεί αύξηση της γλυκόζης και των ελευθέρων λιπαρών οξέων στο πλάσμα. Η καφεΐνη διεγείρει τον προμήκη, το αναπνευστικό, αγγειοκινητικό και παρασυμπαθητικό κέντρο. Η καφεΐνη προάγει τη σύνθεση και την απελευθέρωση στο πλάσμα των κατεχολαμινών ιδιαίτερα της νορ-επινεφρίνης.

Η παρατηρούμενη περιορισμένη μείωση στην ανοχή του σακχάρου είναι δυνατόν να οφείλεται στην κατεχολαμίνη και την επακολουθούσα αύξηση κυκλικής μονοσφωσφορικής αδενοσίνης. Σε υψηλές δόσεις η καφεΐνη διεγείρει τον νωτιαίο μυελό. Η καφεΐνη δρα σαν ανταγωνιστής της αδενοσίνης στους υποδοχείς και ο ανταγωνισμός αυτός στου διάφορους ιστούς έναντι της αδενοσίνης θεωρείται και ο πλέον σημαντικός μηχανισμός δια του οποίου η καφεΐνη ασκεί τη φαρμακολογική δράση της. Η καφεΐνη αναστέλλει, επίσης τη δράση της 5' Νεοκλεοτιδάσης και ανταγωνίζεται τη δράση του Diazepam στο κεντρικό νευρικό σύστημα με το να εμποδίζει την δέσμευση της βενζοδιαζεπίνης στους αντίστοιχους υποδοχείς στο κεντρικό νευρικό σύστημα και την παράλληλο αύξηση των υποδοχέων αυτών στους ιστούς. Οι δόσεις καφεΐνης προκειμένου να δεσμευθούν οι υποδοχείς της βενζοδιαζεπίνης πρέπει να είναι υψηλές.

Επίσης η καφεΐνη δρα κατ' έμμεσο τρόπο ανασταλτικώς στη δράση του γ-αμινοβουτυρικού οξέος και ενισχύει τη δράση της νορ-αδρεναλίνης στο αγγειακό σύστημα. Η καφεΐνη δεν αναστέλλει την σύνθεση των προσταγλαδινών αλλά ούτε και προάγει την αναστολή της σύνθεσης των που προκαλεί η ασπιρίνη. Δευτερεύοντες μηχανισμοί δράσης της καφεΐνης θεωρούνται η αναστολή της φωσφο-δι-εστεράσης και η ενεργοποίηση των ιόντων ασβεστίου (Ca 2+) ιδιαίτερα όταν και όπου υπάρχουν υψηλές συγκεντρώσεις καφεΐνης.

Φαρμακοκινητική

Γενικά χαρακτηριστικά

Παρακεταμόλη

Η παρακεταμόλη απορροφάται ταχέως από τον στομάχι και την αρχή του λεπτού εντέρου. Υγρές μορφές του φαρμάκου απορροφούνται ταχύτερα. Υψηλότερες στάθμες στον ορό παρατηρούνται εντός 1 ώρας από τη λήψη. Σε περιπτώσεις υπερδοσολογίας η απορρόφηση είναι πλήρης εντός 4 ωρών. Η απορρόφηση επιβραδύνεται αν υπάρχει τροφή στο στομάχι ή χορηγηθούν επιβραδυντικοί της γαστρικής κένωσης παράγοντες όπως (propantheline).

Κατανομή

Η παρακεταμόλη κατανέμεται ταχέως σε όλους τους ιστούς. Οι συγκεντρώσεις είναι συγκρίσιμες στο αίμα, το πλάσμα και το σίελο. Διαπερνά τον πλακούντα και απεκκρίνεται στο γάλα. Η σύνδεση με τις πρωτείνες πλάσματος είναι μικρή.

Μεταβολισμός

Η παρακεταμόλη μεταβολίζεται κυρίως στο ήπαρ. Οι δύο πιο σημαντικές οδοί μεταβολισμού είναι η σύζευξη για τον σχηματισμό γλυκουρονιδίων και θειούχων ενώσεων με την μορφή των οποίων αποβάλλεται στα ούρα. Αυτός ο δεύτερος τρόπος κορένυται ταχέως αν χορηγούνται μεγαλύτερες δόσεις από τις θεραπευτικές.

Ελάχιστη ποσότητα μεταβολίζεται μέσω των πολλαπλής λειτουργίας οξειδασών του ήπατος και των νεφρών προς τον υδροξυλωμένο μεταβολίτη Ν-ακευλ-ρ-βενζοκινονειμίνη (ΝΑΒQ) που είναι τοξικός για τα κύτταρα αλλά υπό τις συνιστώμενες δόσεις αδρανοποιείται από τη γλουτοθειόνη και αποβάλλεται συνεζευγμένος με μερκαπτοπουρίνη και κυστείνη.

Η σύνδεση της παρακεταμόλης με τις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι μερική και αντιπροσωπεύει μόνο το 20 – 30% του φαρμάκου. Σε θεραπευτικές δόσεις η παρακεταμόλη απεκκρίνεται κυρίως δια της συζεύξεως με θειικό ή γλουκουρονικό οξύ. Ένα ποσοστό 5 – 15% του φαρμάκου μετατρέπεται σε μερκαπτουρικό οξύ. Το τελευταίο είναι προϊόν του μεταβολισμού της παρακεταμόλης από το σύστημα Ρ - 450 του ηπατικού κυτοχρώματος. Πιστεύεται ότι το ενδιάμεσον αυτό, μη συνεζευγμένο, ενδιάμεσον προϊόν του κυτόχρωμου Ρ - 450 συστήματος του μεταβολισμού της παρακεταμόλης είναι και υπεύθυνο για την παρατηρούμενη τοξικότητα της οξείας υπερδοσολογίας με παρακεταμόλη.

Σε περιπτώσεις υπερδοσολογίας η σύζευξη με τα θειικό και γλουκουρονικό οξύ, η οποία είναι και η συνήθης οδός αποτοξίνωσης της παρακεταμόλης, υφίσταται υπερκορεσμό και κατά συνέπεια ένα αυξημένο ποσοστό της παρακεταμόλης μεταβολίζεται δια μέσον του κυτοχρώματος Ρ - 450 συστήματος. Σε άτομα που λαμβάνουν θεραπευτικές δόσεις παρακεταμόλης, οι περιορισμένες ποσότητες του ενδιάμεσου ενεργού μεταβολισμού της παρακεταμόλης που παράγεται δια της περιορισμένης αυτής οδού, κυτόχρωμα Ρ - 450, μεταβολισμού της παρακεταμόλης εξουδετερούνται από την επαρκή ηπατική γλουταθιόνη. Επί υπερδοσολογίας οι εφεδρείες της ηπατικής γλουταθιόνης εξαντλούνται και δεν επαρκούν για την εξουδετέρωση του ενδιάμεσου αυτού ενεργού μεταβολίτη με αποτέλεσμα τη δέσμευση του από το ηπατικό κύτταρο και τη πρόκληση κεντρολοβικής ηπατικής νέκρωσης.

Αποβολή

Η αποβολή γίνεται κυρίως στα ούρα. Το 90% της καταποθείσης δόσης αποβάλλεται σε 24 ώρες μέσω των νεφρών κυρίως ως γλυκουρονίδια (80-80%) ή όξινος θειικός εστέρας (20-30%). Λιγότερο από 5% αποβάλλεται αμετάβλητο. Ο χρόνος ημιπεριόδου ζωής της αποβολής είναι περίπου 2 ώρες.

Μικρά ποσότης παρακεταμόλης μεταβολίζεται επίσης δια των νεφρών σε ενδιάμεσους τοξικούς μεταβολίτες με αποτέλεσμα οξεία νεφρική ανεπάρκεια. 52% της παρακεταμόλης ανιχνεύεται στα ούρα συνεζευγμένη με θειικά, 42% με γλουκουρινικό οξύ, 3,8% με τη μορφή συνεξευγμένου μερκαπτουρικού οξέως και 2% αναλλοίωτη.

Φυσιοπαθολογικές περιπτώσεις

Νεφρική ανεπάρκεια: Σε περίπτωση κάθαρσης κρεατινίνης < 10 ml/min, η αποβολή της παρακεταμόλης και των μεταβολιτών της επιβραδύνεται.

Ηλικιωμένα άτομα: Η δυνατότητα σύνδεσης δεν μεταβάλλεται

Καφεΐνη

Ο χρόνος ημισίας ζωής της καφεΐνης μειούται στους καπνίζοντες και επιμηκύνεται στη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Ο χρόνος ημισίας ζωής εμφανίζεται αρκετά αυξημένος σε νεογνά, 100 ώρες στη διάρκεια των 3 πρώτων εβδομάδων, περίπου 30 φορές αυτή του ενηλίκου. Η δέσμευση της καφεΐνης με τις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι της τάξης του 10 – 35% του φαρμάκου και ο όγκος διάχυσης είναι 0,5 – 0,7 lit/kg ενδεικτικό της ευρείας διανομής του φαρμάκου συμπεριλαμβανόμενης και
του ενδοκυτταρικού υγρού. Η καφεΐνη διέρχεται το φραγμό αίματος - εγκεφάλου και του πλακούντα.

Παράγοντες που επηρεάζουν την φαρμακοκινητική της καφεΐνης είναι:

Ηλικία: Ο χρόνος ημιαποβολής του φαρμάκου είναι σημαντικά αυξημένος στην νεογνική ηλικία

Γενετική: ο μεταβολισμός της καφεΐνης έχει σχέση και επηρεάζεται από τον πολυμορφισμό της Ν-ακετυλτρανσφεράσης και παρουσιάζει ταχεία και βραδεία μορφή ακετυλίωσης, ανάλογα με το γενετικό γνώρισμα.

Άσκηση: Σωματική άσκηση, μέσης εντάσεως, αυξάνει τη συγκέντρωση της καφεΐνης στο πλάσμα και μειώνει το χρόνο ημιαποβολής του φαρμάκου (από 4 σε 2-3 ώρες).

Εγκυμοσύνη: Εγκυμοσύνη αυξάνει το χρόνο ημιαποβολής της καφεΐνης 2,5 – 7 φορές.

Ασθένεια: Η καφεΐνη μεταβολίζεται κυρίως δια του ήπατος. Παθήσεις του ήπατος μειώνουν το ρυθμό μεθυλίωσης στον άνθρωπο.

Κάπνισμα: Το κάπνισμα αυξάνει τον μεταβολισμό της καφεΐνης, ο χρόνος ημιαποβολής μειούται έως και 50% του συνήθους, αποτέλεσμα της αυξημένης ενζυματικής δραστηριότητας (κυττόχρωμα Ρ4501Α2) στο ήπαρ που συνοδεύει το κάπνισμα.

Φάρμακα: Ένας αριθμός φαρμάκων επηρεάζει την απέκκριση της καφεΐνης διαμέσω του ενζυματικού ανταγωνισμού όπως τα αντισυλληπτικά, η σιμετιδίνη, η δισουλφιράμη, τα οινοπνευματώδη.

Χαρακτηριστική είναι η επίδραση της καφεΐνης στη φαρμακοκινητική και τον μεταβολισμό των φαρμάκων. Η καφεΐνη διευκολύνει την έκκριση του γαστρικού οξέος και προάγει την διάχυση - απορρόφηση της ασπιρίνης. Ταυτόχρονος χορήγηση καφεΐνης (120 mg) και ασπιρίνης (650 mg) αυξάνει την μεγίστη συγκέντρωση στο πλάσμα και διαθεσιμότητα του αναλγητικού φαρμάκου (ασπιρίνης) κατά 20 %.

Χαρακτηριστικά σε ασθενείς

Ο συνδυασμός παρακεταμόλης – καφεΐνης δεν παρουσιάζει ανεπιθύμητες φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις.

Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Η χορήγηση παρακεταμόλης – καφεΐνης δεν χαρακτηρίζεται από αύξηση της τοξικότητας ενός εκάστου των φαρμάκων όταν χορηγούνται σε συνδυασμό παρακεταμόλη - καφεΐνη.

Παρακεταμόλη

Οξεία τοξικότητα: Η Οξεία τοξικότητα του σκευάσματος είναι συνάρτηση της επιμέρους τοξικότητας των συστατικών που περιέχονται στο σκεύασμα Α. παρακεταμόλης και Β. καφεΐνης.

Α. Οξεία τοξικότητα: Η συχνότητα των παρενεργειών που παρατηρούνται από την λήψη θεραπευτικών δόσεων παρακεταμόλης είναι γενικώς μικρότερη εκείνων που προκαλούνται από τη θεραπευτική χορήγηση ασπιρίνης. Παρενέργειες οφειλούμενες σε θεραπευτικές δόσεις παρακεταμόλης είναι εξαιρετικά περιορισμένες, δεν έχουν σχέση και δεν είναι ανάλογες της δόσης. Οι παρενέργειες αυτές περιλαμβάνουν λευκοπενία, ουδετεροπενία, θρομβοκυτταροπενία, αντιδράσεις υπερευαισθησίας (αγγειονευρωτικό οίδημα, δερματικά εξανθήματα, πυρετό, υπογλυκαιμία). Ανάλογη υπερδοσολογία και λήψη παρακεταμόλης συνοδεύεται από οξεία ηπατική βλάβη και ανεπάρκεια της οποίας η σοβαρότητα είναι αναλόγως της δόσης του φαρμάκου που ελήφθη. Οξεία τοξίκωση με παρακεταμόλη προκαλεί επίσης νεφρική δυσλειτουργία και ανεπάρκεια η οποία μερικές φορές παρατηρείται χωρίς παράλληλο ηπατική βλάβη.

Αναφέρονται επίσης περιπτώσεις παγκρεατίτιδος, μυοκαρδιοπάθειας, μεταβολικής οξέωσης και κώμα όχι ηπατικής αιτιολογίας. Η θεραπευτική δόση της παρακεταμόλης είναι 10 – 20 mg / kg βάρους σώματος κάθε 4 ώρες. Τοξίκωση ακολουθεί δόση μεγαλύτερη των 140 – 150 mg/kg βάρους σώματος ή 10 grams στους εφήβους και στους ενήλικες. Η τοξική δόση δύναται να διαφέρει ανάλογα με την διακύμανση της συγκέντρωσης της γλουταθιόνης στο ηπατικό κύτταρο.

Β. Χρόνια τοξικότητα: Η συχνότης των παρενεργειών και τοξικότητας που παρατηρείται σε επανειλημμένη χορήγηση παρακεταμόλης είναι μικρότερη εκείνης που συνοδεύει τη χορήγηση ασπιρίνης.

Παρενέργειες που οφείλονται σε επανειλημμένη χορήγηση δεν εξαρτώνται άμεσα από τη δόση του φαρμάκου και περιλαμβάνουν λευκοπενία, ουδετεροπενία, θρομβοκυτταροπενία. Εχουν επίσης αναφερθεί φαινόμενα υπερευαισθησίας, δερματικά εξανθήματα, κνίδωσις, αγγειοοιδηματικές αναφυλακτικές αντιδράσεις και υπογλυκαιμία.

Χρόνιοι χρήστες οινοπνευματωδών που λαμβάνουν επανειλημμένες δόσεις παρακεταμόλης έχουν υψηλότερο κίνδυνο ηπατικής βλάβης που οφείλεται, πιθανώς στη μειωμένη ηπατική γλουταθειόνης στους χρόνιους χρήστες οινοπνευματωδών θεραπευτική χρήση παρακεταμόλης έχει σπανίως προκαλέσει νεφρική βλάβη. Σε αντίθεση με την ασπιρίνη θεραπευτική δόση παρακεταμόλης δεν προκαλεί γαστρικό ερεθισμό, γαστρικό έλκος ή αιμορραγία του γαστρεντερικού σωλήνα. Υψηλη δόση παρακεταμόλης αυξάνει τη δράση των αντιπηκτικών θεραπευτικές δόσεις δεν επηρεάζουν το χρόνο προθρομβίνης. Χρόνια αθροιστική τοξικότητα, όμοια εκείνης που παρατηρείται με τη χρήση σαλικυλικών, δεν αναφέρεται με τη χρήση παρακεταμόλης. Χρόνια υπερδοσολογία υψηλότερη των 3 – 4 gr/24ώρο είναι δυνατόν να προκαλέσει παροδική ηπατική τοξίκωση, που οφείλεται στη μείωση της ηπατικής γλουταθειόνης Επειδή η παραγωγή της ηπατικής γλουταθιόνης είναι συνεχής, πρέπει η χορηγουμένη θεραπευτική δόση παρακεταμόλης να είναι αρκετά υψηλή για την ηπατική νέκρωση να συμβεί. Σπάνια παρενέργεια της παρακεταμόλης είναι η μυοκαρδιοπάθεια και μυοκαρδιακή νέκρωση.

Γ. Μεταλλαξιογόνος δράση - ογκογένεση: Δεν αναφέρεται

Δ. Τοξικότητα κατά την αναπαραγωγή: Σε περιπτώσεις υπερδοσολογίας με παρακεταμόλη τόσο η κυοφορούσα μητέρα αλά και το έμβρυο ευρίσκονται σε υψηλό κίνδυνο ηπατικής τοξικής νέκρωσης. Υψηλές συγκεντρώσεις παρακεταμόλης παρατηρούνται στο πλάσμα εμβρύων που εγεννήθησαν νεκρά από εγκύους μητέρες με υπερδοσολογία παρακεταμόλης. Στις περιπτώσεις υπερδοσολογίας επί εγκύων οι κυοφορούσες μητέρες πρέπει να επιβληθούν σε θεραπεία με Ν - Αcetylcysteine, σύμφωνα με το πρωτόκολλο που συνιστάται και σε μη εγκύους. Η πρόωρος διακοπή της κυήσεως στις περιπτώσεις υπερδοσολογίας δεν συνίσταται δεδομένου ότι είναι ευκολότερο η παρατηρούμενη υπερδοσολογία παρακεταμόλης στο έμβρυο, να αντιμετωπισθεί με Ν - Αcetylcysteine εντός της μήτρας παρά μετά τη γέννηση του. Η θεραπεία με Ν - Αcetylcysteine δεν προκαλεί ανατομικές ή άλλες ανωμαλίες στο έμβρυο.

Καφεΐνη

Α. Οξεία τοξικότητα: Η καφεΐνη χρησιμοποιείται ευρέως σε συνδυασμούς αναλγητικών, έναντι του κοινού κρυολογήματος αλλά και σε αμιγή ή σε συνδυασμό μορφή σε διάφορα διεργετικά φαρμακευτικά σκευάσματα.

Ενώ σοβαρή καρδιακή τοξικότης σπάνια αποτελεί κλινικό πρόβλημα, συχνές είναι οι καρδιακές αρρυθμίες και οι ταχυαρρυθμίες που συνοδεύουν την υπερδοσολογία καφεΐνης και χαρακτηρίζουν την οξεία τοξικότητα του φαρμάκου. Η οξεία θανατηφόρα δόση καφεΐνης για τον ενήλικα υπολογίζεται ότι είναι μεγαλύτερη των 10gr. ή περισσότερο των 1750 mg ανά kg βάρους σώματος. Τοξικά συμπτώματα εμφανίζονται στους ενήλικες με 1 gr. ή μεγαλύτερη λαμβανομένης από του στόματος δόση καφεΐνης. Η τοξική δόση για τα παιδιά είναι σημαντικώς μικρότερη. Η κλινική εικόνα της οξείας τοξικότητας της καφεΐνης χαρακτηρίζεται αρχικά από κοιλαικό πόνο, ναυτία, έμετο, διάρροια. Καρδιακές αρρυθμίες, σπασμοί, πνευμονικό οίδημα και μεταβολική οξέωση παρατηρούνται επίσης σε σοβαρές περιπτώσεις οξείας τοξίκωσης.

Η ποσότης της καφεΐνης σε κάθε φαρμακευτικό ή διαιτητικό προϊόν ποικίλλει.

Στιγμιαίος καφές περιέχει 60 – 90 mg καφεΐνης σε κάθε 150 ml του ροφήματος, ενώ η ποσότητα της καφεΐνης στα 150 ml καφέ φίλτρου ανέρχεται στα 85 – 139 mg. Τα άνευ συνταγής διατιθέμενα στο κοινό διεργετικά δισκία περιέχουν 100 – 200 mg έκαστον καφεΐνης.

Β. Χρόνια τοξικότητα: Συχνά κλινικά συμπτώματα στη χρόνια επανειλημμένη τοξίκωση με καφεΐνη είναι νευρικότητα και έκτακτες καρδιακές συστολές. Γενικώς στην συμπτωματολογία της επανειλημμένης λήψης αναφέρονται: Υπερκινητικότης, αϋπνία, ψυχώσεις (μανία, κατάθλιψη, επιδείνωση της σχιζοφρένιας και του άγχους) κρίσεις πανικού. Οι ψυχώσεις συχνά οφείλονται σε προϋπάρχουσα ψυχιατρική ασθένεια και βελτιούνται με τη διακοπή λήψης της καφεΐνης.

Στα παιδιά παρατηρείται υπερκινητικότης, υπέρταση, ταχυκαρδία, ερεθιστικότητα, έμετος.

Γ. Μεταλλαξιογόνος δράση - ογκογένεση: Δεν αναφέρεται τεκμηριωμένη καρκινογένεση από χρήση καφεΐνης.

Δ. Τοξικότητα κατά την αναπαραγωγή: Η καφεΐνη διέρχεται τον πλακούντα και ανιχνεύεται στο έμβρυο. Κατανάλωση καφεΐνης σε ποσότητα μεγαλύτερη των 150 mg την ημέρα συνοδεύεται από αυξημένο κίνδυνο αυτόματης έκτρωσης στη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της εγκυμοσύνης. Η εγκυμοσύνη αυξάνει το χρόνο ημιαποβολής της καφεΐνης (που είναι περίπου 3,5 ώρες) κατά 2 – 7 φορές. Σημαντική αύξηση (30 φορές) του χρόνου ημιαποβολής παρατηρείται στην διάρκεια της νεογνικής περιόδου. Η καφεΐνη εκκρίνεται στο μητρικό γάλα όπου και ανιχνεύεται σε μικρές ποσότητες (περίπου 1% της συγκέντρωσης στη μητέρα με συνήθεις δόσεις).

Παρακεταμόλη / καφεΐνη

Α. Οξεία τοξικότητα: Ο συνδυασμός παρακεταμόλης - καφεΐνης δεν αυξάνει την οξεία τοξικότητα που παρατηρείται με ένα έκαστο των συστατικών του σκευάσματος παρακεταμόλης ή καφεΐνης.

Β. Χρόνια τοξικότητα: Η χρόνια τοξικότητα του σκευάσματος είναι χαρακτηριστική της επιμέρους χρόνιας τοξικότητας που παρατηρείται με την μεμονωμένη χορήγηση παρακεταμόλης ή καφεΐνης.

Γ. Μεταλλαξιογόνος δράση - ογκογένεση: Δεν αναφέρεται.

Δ. Τοξικότητα κατά την αναπαραγωγή: Ο συνδυασμός παρακεταμόλης - καφεΐνης χαρακτηρίζεται από τις ίδιες τοξικές παρενέργειες στο έμβρυο όπως παρατηρούνται και κατά την χορήγηση μεμονωμένων ενός εκάστου των φαρμάκων.