Κλαύδιος Γαληνός
Δωρεάν εγγραφή Αποκτήσετε πρόσβαση σε όλες τις πληροφορίες και τα εργαλεία του galinos.gr για έναν μήνα
Γαληνός Office Χρησιμοποιήστε δωρεάν το νέο cloud πρόγραμμα διαχείρισης κάθε σύγχρονου ιατρείου
Έλεγχος συγχορήγησης Ελέγξτε την αγωγή σας για αντενδείξεις και αλληλεπιδράσεις μεταξύ των φαρμάκων
Πρόγραμμα συνδρομητών Μάθετε περισσότερα για τα οφέλη και τις επιπλέον παροχές των συνδρομητικών προγραμμάτων
Γαληνός Mobile Κατεβάστε τη δωρεάν εφαρμογή και απολαύστε τις υπηρεσίες του galinos.gr σε κινητό ή tablet
Γνωρίζατε οτι... Μοιραζόμαστε μαζί σας γεγονότα της πορείας του galinos.gr από το 2011 μέχρι σήμερα
 

ALGINE TAB (500+65)MG/TAB BTX12(1BLISTX12)

Ευρετήριο Αναφορές

Σκεύασμα - Αντενδείξεις και ειδικές προφυλάξεις

Εμπορική
ALGINE
Μορφή
Δισκίο
Συγκέντρωση
500MG/TAB (1) + 65MG/TAB (2)

Αντενδείξεις

Υπερευαισθησία στην παρακεταμόλη. Βαρειά ηπατική και νεφρική ανεπάρκεια.

Υπερκινητικότης, καρδιακή αρρυθμία, αϋπνία, ψυχώσεις προκαλούμενες από την καφεΐνη.

Προφυλάξεις και προειδοποιήσεις

Άτομα που καταναλίσκουν οινοπνευματώδη ευρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο ηπατικής τοξίκωσης όταν λαμβάνουν παρακεταμόλη σε μεγάλες δόσεις. Η καφεΐνη δύναται να επιδεινώσει αγχώδεις καταστάσεις ή να προκαλέσει κρίσεις πανικού σε άτομα με αγοραφοβία. Η παρακεταμόλη πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε άτομα με ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργία σε αλκοολικούς, σε παιδιά και σε γυναίκες κατά την εγκυμοσύνη και την περίοδο της γαλουχίας. Όταν το φάρμακο λαμβάνεται χρόνια πρέπει να παρακολουθείται η ηπατική και νεφρική λειτουργία. Τα παιδιά είναι πιο ευαίσθητα σε περίπτωση υπερδοσολογίας.

Ιδιαίτερες προειδοποιήσεις για τα έκδοχα

Το ALGINE περιέχει Lactose. Aσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσαναξίας στην γαλακτόζη, ανεπάρκεια Lapp λακτάσης ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης – γαλακτόζης δεν πρέπει να παίρνουν αυτό το φάρμακο.

Ασυμβατότητες

Ουδεμία γνωστή.

Ανεπιθύμητες ενέργειες

Το ALGINE είναι καλά ανεκτό στις συνιστώμενες δόσεις και με τις ειδικές προφυλάξεις ιδιαίτερα στα άτομα που καταναλίσκουν οινοπνευματώδη, έχουν ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργία ή και ευαισθησία στη κατανάλωση καφεΐνης. Στις θεραπευτικές δόσεις στερείται σχεδόν ανεπιθύμητων ενεργειών.

Κατά τη χρόνια λήψη ή τη λήψη μεγάλων δόσεων αναφέρονται ελαφρά γαστρικά ενοχλήματα, αιμολυτική αναιμία, ακοκιοκυτταραιμία, μεθαιμοσφαιριναιμία, δερματικά εξανθήματα, κνίδωση, πυρετός, υπογλυκαιμία διέγερση του ΚΝΣ ή υπνηλία, θρομβοκυττοπενική πορφύρα.

Παρατεταμένη λήψη υψηλών δόσεων μπορεί να προκαλέσει νεφροπάθεια και σπανίως παγκρεατίτιδα. Έχουν περιγραφεί περιπτώσεις υπερευαισθησίας με κνίδωση, δύσπνοια και υπόταση.

Αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα ή ουσίες

Οινοπνευματώδη αυξάνουν τον κίνδυνο ηπατικής νέκρωσης. Η καφεΐνη προκαλεί αρρυθμίες ιδιαίτερα σε υψηλές δόσεις και σε συνδυασμό με άλλα αρρυθμογενή φάρμακα όπως εφεδρίνη, φαινυλοπροπανολαμίνη, αμφεταμίνες. Η χολεστυραμίνη μειώνει την απορρόφηση της παρακεταμόλης, ενώ η μετοκλοπραμίδη και η ντομπεριδόνη την αυξάνουν. Με ταυτόχρονη λήψη φαρμάκων που είναι επαγωγείς των ηπατικών ενζύμων (π.χ. φαινοβαρβιτόλη) η μπορεί να δράσουν ηπατοτοξικά (π.χ. ΜΣΑΦ, ιντερφερόνες) αυξάνεται ο κίνδυνος ηπατικής βλάβης.

Ασθενείς που παίρνουν βαρβιτουρικά, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά και αλκοόλη μπορεί να δείξουν μειωμένη δυνατότητα μεταβολισμού μεγάλων δόσεων παρακεταμόλης και να αυξήσουν τον χρόνο ημιζωής της στο πλάσμα.

Η προβενεσίδη μπορεί να μειώσει την νεφρική απέκκριση και να αυξήσει τα επίπεδα της παρακεταμόλης στο πλάσμα.

Σε σύγχρονη χορήγηση με από του στόματος αντιπηκτικά φαίνεται ότι αυξάνει ο κίνδυνος αιμορραγίας.

Η παρακεταμόλη μειώνει την βιοδιαθεσιμότητα της λαμοτριγίνης χωρίς όμως να είναι σαφής η κλινική σημασία της.

Το αλκοόλ μπορεί να αυξήσει την ηπατοξικότητα της παρακεταμόλης κατά την υπερδοσολογία.

Χρόνια λήψη αντιεπιληπτικών ή στεροειδικών αντισυλληπτικών από το στόμα επηρεάζουν τα ηπατικά ένζυμα και μπορεί να εμποδίσουν την επίτευξη θεραπευτικών επιπέδων στο πλάσμα αυξάνοντας το μεταβολισμό πρώτης διόδου ή την αποβολή.

Εργαστηριακές εξετάσεις

Η παρακεταμόλη μπορεί να δώσει ψευδή αποτέλεσμα ουρικού οξέος στο αίμα με τη μέθοδο του φωσφοροβολιφαμικού οξέος και της γλυκόζης με τη μέθοδο οξειδάσης - υπεροξειδάσης.

Κύηση

Μέχρι σήμερα δεν έχουν προκύψει ενδείξεις ότι η παρακεταμόλη εμφανίζει δυσμενείς επιδράσεις στο έμβρυο. Εντούτοις πρέπει να λαμβάνονται οι συνήθεις προφυλάξεις που αφορούν τη χρήση φαρμάκων κατά τη διάρκεια της κυήσεως, ιδιαίτερα κατά το πρώτο τρίμηνο.

Σε περιπτώσεις υπερδοσολογίας με παρακεταμόλη τόσο η έγκυος μητέρα αλά και το έμβρυο ευρίσκονται σε υψηλό κίνδυνο ηπατικής βλάβης. Υψηλές συγκεντρώσεις παρακεταμόλης παρατηρούνται στο πλάσμα εμβρύων που εγεννήθησαν νεκρά από εγκύους μητέρες με υπερδοσολογία παρακεταμόλης. Στις περιπτώσεις υπερδοσολογίας επί εγκύων οι κυοφορούσες μητέρες πρέπει να επιβληθούν σε θεραπεία με Ν - Αcetylcysteine, σύμφωνα με το πρωτόκολλο που συνιστάται και σε μη εγκύους.

Η πρόωρος διακοπή της κυήσεως στις περιπτώσεις υπερδοσολογίας δεν συνίσταται δεδομένου ότι είναι ευκολότερο η παρατηρούμενη υπερδοσολογία παρακεταμόλης στο έμβρυο, να αντιμετωπισθεί με Ν - Αcetylcysteine εντός της μήτρας παρά μετά τη γέννηση του. Η θεραπεία με Ν - Αcetylcysteine δεν προκαλεί ανατομικές ή άλλες ανωμαλίες στο έμβρυο.

Γαλουχία

Η παρακεταμόλη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα, και έχει βρεθεί σε συγκεντρώσεις με αναλογία 1:1 με αυτές του πλάσματος.

Η παρακεταμόλη εκρίνεται στο μητρικό γάλα και η υψηλότερη συγκέντρωση (15mg/ml γάλακτος) του φαρμάκου στο μητρικό γάλα παρατηρείται 1 – 2 ώρες μετά τη λήψη από του στόματος θεραπευτικής δόσης 650mg παρακεταμόλης από τη θηλάζουσα μητέρα.

Παρακεταμόλη είναι καλώς ανεκτή από το νεογέννητο και δύναται να χορηγηθεί στη θηλάζουσα μητέρα παρά το γεγονός ότι εκκρίνεται στο μητρικό γάλα σε μικρή ποσότητα.

Ικανότητα οδήγησης και χειρισμός μηχανημάτων

Δεν αναφέρεται.