Κλαύδιος Γαληνός
Δωρεάν εγγραφή Αποκτήσετε πρόσβαση σε όλες τις πληροφορίες και τα εργαλεία του galinos.gr για έναν μήνα
Γαληνός Office Χρησιμοποιήστε δωρεάν το νέο cloud πρόγραμμα διαχείρισης κάθε σύγχρονου ιατρείου
Έλεγχος συγχορήγησης Ελέγξτε την αγωγή σας για αντενδείξεις και αλληλεπιδράσεις μεταξύ των φαρμάκων
Πρόγραμμα συνδρομητών Μάθετε περισσότερα για τα οφέλη και τις επιπλέον παροχές των συνδρομητικών προγραμμάτων
Γαληνός Mobile Κατεβάστε τη δωρεάν εφαρμογή και απολαύστε τις υπηρεσίες του galinos.gr σε κινητό ή tablet
Γνωρίζατε οτι... Μοιραζόμαστε μαζί σας γεγονότα της πορείας του galinos.gr από το 2011 μέχρι σήμερα
 

Διοικητική πληροφόρηση

Αναφορές

Ναρκωτικό - πίνακας Γ

Περιγραφή

Η παραγωγή, μεταφορά, αποθήκευση, προμήθεια των ουσιών του πίνακα Γ' της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 3459/2006 (Α'103), καθώς και των έτοιμων φαρμακοτεχνικών προϊόντων και ιδιοσκευασμάτων που περιέχουν τις ουσίες αυτές, γίνεται από νομικά και φυσικά πρόσωπα μέσω του Κρατικού Μονοπωλίου Ναρκωτικών, ύστερα από γνωμοδότηση της Επιτροπής Ναρκωτικών με ευθύνη του Ε.Ο.Φ., ο οποίος εκδίδει τη σχετική άδεια και ελέγχει τη διαδικασία. Η διάθεσή τους στα φαρμακεία, στις φαρμακαποθήκες και στα θεραπευτήρια γίνεται με ευθύνη και υπό τον έλεγχο του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων.

Δραστικές ουσίες

Δραστική ουσία
Περιγραφή

Η αλφαιντανίλη (alfentanil) είναι ένα συνθετικό οπιοειδές αναλγητικό που αλληλεπιδρά κατά κύριο λόγο με τα τον μ-υποδοχέα των οπιοειδών. Πρωτοβάθμιες ενέργειες της θεραπευτικής της αξίας είναι η αναλγησία και η καταστολή.

Η βουτορφανόλη (butorphanol) είναι ένα συνθετικό αναλγητικό τύπου μορφινάνης. Η βουτορφανόλη σχετίζεται στενότερα δομικά με τη λεβορφανόλη. Η βουτορφανόλη εμφανίζει μερική αγωνιστική και ανταγωνιστική δράση στον υποδοχέα μ-οπιοειδών, καθώς και μερική δραστηριότητα αγωνιστή στον υποδοχέα κ-οπιοειδών (Ki = 2,5 nM, EC50 = 57 nM, Emax = 57%). Η διέγερση αυτών των υποδοχέων στους νευρώνες του κεντρικού νευρικού συστήματος προκαλεί ενδοκυτταρική αναστολή της αδενυλικής κυκλάσης, κλείσιμο των διαύλων εισροής ασβεστίου στη μεμβράνη και άνοιγμα των διαύλων καλίου της μεμβράνης. Αυτό οδηγεί σε υπερπόλωση του δυναμικού της κυτταρικής μεμβράνης και καταστολή του δυναμικού δράσης και μετάδοσης μέσω των ανερχόμενων οδών πόνου. Λόγω της κ-αγωνιστικής δραστηριότητάς του, σε αναλγητικές δόσεις η βουτορφανόλη αυξάνει την πνευμονική αρτηριακή πίεση και το καρδιακό έργο. Επιπλέον, ο κ-αγωνισμός μπορεί να προκαλέσει δυσφορία σε θεραπευτικές ή υπερθεραπευτικές δόσεις. Αυτό δίνει στη βουτορφανόλη χαμηλότερη πιθανότητα κατάχρησης από τα άλλα φάρμακα οπιοειδών.

Η δεξμεδετομιδίνη (dexmedetomidine) είναι ένας εκλεκτικός αγωνιστής των άλφα-2 υποδοχέων με ένα ευρύ φάσμα φαρμακολογικών ιδιοτήτων. Έχει συμπαθητικολυτική δράση μειώνοντας την έκλυση νοραδρεναλίνης στις απολήξεις του συμπαθητικού νεύρου. Οι ηρεμιστικές επιδράσεις επάγονται μέσω της μείωσης της ενεργοποίησης του υπομέλανα τόπου, του βασικού νοραδρενεργικού πυρήνα, ο οποίος εντοπίζεται στο εγκεφαλικό στέλεχος.

Η διυδροκωδεΐνη είναι ένα ημισυνθετικό οπιοειδές αναλγητικό.

Η διφαινοξυλάτη ενεργοποιεί τους προσυναπτικούς οπιοειδείς υποδοχείς του νευρικού συστήματος του εντέρου. Αναστέλλει την απελευθέρωση ακετυλοχολίνης και ελαττώνει τον περισταλτισμό.

Η ζιπεπρόλη (zipeprol) είναι ένα κεντρικώς δρων αντιβηχικό που συνδυάζει αναισθητικές, βλεννολυτικές, αντιισταμινικές και αντιχολινεργικές ιδιότητες.

Η κεταμίνη (ketamine) είναι ένα ταχείας δράσης γενικό αναισθητικό που μπλοκάρει τους υποδοχείς NMDA (N-methyl d-aspartate) και μπορεί να αλληλεπιδρά με τους υποδοχείς σίγμα.

Η κλομπενζορέξη (clobenzorex) είναι ένα ανάλογο της Ν-υποκατεστημένης αμφεταμίνης που μετατρέπεται σε d-αμφεταμίνη αμέσως μετά την κατάποση. Η κλομπενζορέξη είναι ένα διεγερτικό φάρμακο των χημικών τάξεων της φαιναιθυλαμίνης και της αμφεταμίνης που χρησιμοποιείται ως κατασταλτικό της όρεξης.

Η κωδεΐνη (codeine) είναι ένα οπιοειδές αναλγητικό, το οποίο ασκεί αγωνιστική επίδραση σε συγκεκριμένους, υποδοχείς οπιοειδών στο ΚΝΣ και σε άλλους ιστούς. Στα αποτελέσματα της δράσης της κωδεΐνης συμπεριλαμβάνονται η αναλγησία, η δυσκοιλιότητα από μειωμένη κινητικότητα του γαστρεντερικού σωλήνα, η καταστολή του αντανακλαστικού του βήχα, η αναπνευστική καταστολή από μειωμένη ανταπόκριση του αναπνευστικού κέντρου στο CO2, η ναυτία και ο έμετος μέσω διέγερσης της CTZ, οι αλλαγές στη διάθεση, συμπεριλαμβανομένων ευφορία και δυσφορία, καταστολή, νοητική θόλωση, μύση και αλλοίωση της δράσης του ενδοκρινικού και του αυτόνομου νευρικού συστήματος.

Η μεθυλφαινιδάτη (methylphenidate) είναι ένας ήπιος διεγέρτης του κεντρικού νευρικού συστήματος (ΚΝΣ). Ο θεραπευτικός μηχανισμός δράσης στην ADHD δεν είναι γνωστός. Η μεθυλφαινιδάτη θεωρείται ότι αναστέλλει την επαναπρόσληψη της νοραδρεναλίνης και της ντοπαμίνης στον προσυναπτικό νευρώνα και αυξάνει την απελευθέρωση αυτών των μονοαμινών προς το εξωνευρωνικό χώρο.

Η ναλμπουφίνη (nalbuphine) θεωρείται ότι κυρίως είναι ένας αγωνιστής των υποδοχέων kappa των οπιοειδών. Είναι επίσης μερικώς ανταγωνιστής των μ υποδοχέων, εμφανίζει κάποια σύνδεση με τον δέλτα υποδοχέα και ελάχιστη αγωνιστική δράση στον υποδοχέα σίγμα.

Η νικομορφίνη (nicomorphine) είναι ο 3,6-δινικοτινικός εστέρας της μορφίνης. Η νικομορφίνη είναι ένας ισχυρός αναλγητικός αγωνιστής των οπιοειδών, δύο έως τρεις φορές ισχυρότερος από τη μορφίνη με προφίλ παρενεργειών παρόμοιο με αυτό της διυδρομορφίνης, της μορφίνης και της διαμορφίνης. Οι 3,6-διεστέρες της μορφίνης είναι φάρμακα με ταχύτερη και πλήρη διείσδυση στο κεντρικό νευρικό σύστημα λόγω αυξημένης διαλυτότητας στα λιπίδια και σε άλλους δομικούς παράγοντες.

Η οξυκωδόνη έχει συγγένεια για τους υποδοχείς οπιοειδών κάππα, μι και δέλτα στον εγκέφαλο, τη σπονδυλική στήλη και τα περιφερικά όργανα (π.χ. έντερο). Η οξυκωδόνη δρα ως αγωνιστής του υποδοχέα των οπιοειδών σε αυτούς τους υποδοχείς και δεσμεύεται στους ενδογενείς υποδοχείς οπιοειδών στο ΚΝΣ.

Η πενταζοκίνη (pentazocine) είναι ένας αγωνιστής των υποδοχέων kappa και sigma των οπιοειδών.

Η πιριτραμίδη (piritramide) είναι αμιγής αγωνιστής του υποδοχέα μ-οπιοειδών, ο οποίος έχει ελαφρώς λιγότερη αναλγητική ισχύ από τη μορφίνη. Η αναλγησία προκύπτει από την ενεργοποίηση των υποδοχέων μ-οπιοειδών στη σπονδυλική στήλη και στα υψηλότερα κέντρα πόνου όπως ο θαλάμος και ο εγκεφαλικός φλοιός, αυξάνοντας έτσι το κατώφλι του πόνου και την ευαισθησία στον πόνο.

Η προποξυφαίνη (propoxyphene) είναι ένας συνθετικός αγωνιστής των οπιούχων, είναι δομικά παρόμοια με τη μεθαδόνη. Η αναλγητική επίδραση της προποξυφαίνης οφείλεται στο d-ισομερές της, τη δεξτροπροποξυφαίνη. Συνδέεται με τους υποδοχείς οπιούχων και οδηγεί σε μείωση της αντίληψης των ερεθισμάτων του πόνου. Η προποξυφαίνη έχει λίγη έως καθόλου αντιβηχική δράση και καμία αντιπυρετική δράση.

Η ρεμιφαιντανύλη (remifentanil) είναι ένας εκλεκτικός μ-οπιοειδής διεγέρτης με ταχεία έναρξη και πολύ βραχεία διάρκεια δράσης. Η μ-οπιοειδής δράση της ρεμιφαιντανύλης ανταγωνίζεται από τους ανταγωνιστές ναρκωτικών, όπως η ναλοξόνη. H ρεμιφαιντανύλη ενδείκνυται ως αναλγητικός παράγοντας για χρήση κατά τη διάρκεια της εισαγωγής και/ή της διατήρησης της γενικής αναισθησίας.

Η σουφαιντανίλη (sufentanil) είναι ένα συνθετικό, ισχυρό οπιοειδές με ιδιαίτερα επιλεκτική πρόσδεση στους μ-υποδοχείς οπιοειδών. Η σουφαιντανίλη δρα ως πλήρης αγωνιστής σε μ-υποδοχείς οπιοειδών. Η σουφαιντανίλη δεν επάγει την έκλυση ισταμίνης.

Η ταπενταδόλη (tapentadol) είναι ένα κεντρικώς δρών αναλγητικό με διπλό μηχανισμό δράσης, δηλαδή ενεργοποιεί τον υποδοχέα μ-οπιοειδών και αναστέλλει την επαναπρόσληψη της νορεπινεφρίνης.

Η τιλιδίνη (tilidine) είναι ένα συνθετικό οπιούχο αναλγητικό, για τη θεραπεία μέτριου έως σοβαρού πόνου, οξέος και χρόνιου. Η ίδια η τιλιδίνη είναι ένα ασθενές οπιοειδές, αλλά μεταβολίζεται ταχέως στο ήπαρ και στο έντερο στον ενεργό μεταβολίτη της, την νορτιλιδίνη και στη συνέχεια στη βισορτιλιδίνη. Η νορτιλιδίνη συνδέεται με τους υποδοχείς των οπιοειδών στο κεντρικό και περιφερικό νευρικό σύστημα και καταστέλλει την αντίληψη και τη μετάδοση του πόνου.

Η φαιναζοκίνη (phenazocine) είναι ένα οπιούχο αναλγητικό, το οποίο σχετίζεται με την πενταζοκίνη και έχει παρόμοιο προφίλ δράσεων. Οι επιδράσεις της φαιναζοκίνης περιλαμβάνουν αναλγησία και ευφορία, επίσης μπορεί να περιλαμβάνουν δυσφορία και ψευδαισθήσεις σε υψηλές δόσεις, πιθανότατα λόγω της δράσης του σε κ- και σ- υποδοχείς οπιοειδών. Η φαιναζοκίνη είναι πολύ πιο ισχυρό αναλγητικό από την πενταζοκίνη και άλλα φάρμακα της σειράς βενζομορφάνης, πιθανότατα λόγω της παρουσίας μιας υποκατάστασης Ν-φαιναιθυλίου, η οποία είναι γνωστό ότι ενισχύει τη δραστηριότητα μ-οπιοειδών σε πολλές κατηγορίες αναλγητικών οπιοειδών. Κατά συνέπεια, η φαιναζοκίνη έχει τέσσερις φορές την ισχύ της μορφίνης ως αναλγητικό. Επίσης, δεν προκαλεί σπασμό του σφιγκτήρα του Oddi, καθιστώντας το πιο κατάλληλο από τη μορφίνη για τη θεραπεία του χοληφόρου ή του παγκρεατικού πόνου.

Η φαινοπεριδίνη (phenoperidine) είναι ένα οπιοειδές αναλγητικό που σχετίζεται δομικά με την πεθιδίνη (παράγωγο του ισονιπεκοτικού οξέος) και χρησιμοποιείται κλινικά ως γενικό αναισθητικό.

Η φαιντανύλη (fentanyl) είναι ένα ισχυρό οπιοειδές αναλγητικό που αλληλεπιδρά κυρίως με τους μ-υποδοχείς των οπιοειδών. Είναι συγγενής ουσία της μεπεριδίνης και ανήκει στους ισχυρούς αγωνιστές (των οπιοειδών) που δρουν συνδεόμενοι με ειδικούς υποδοχείς οπιοειδών στο κεντρικό νευρικό σύστημα και προκαλούν αποτελέσματα που μιμούνται τη δράση ενδογενών πεπτιδικών νευροδιαβιβαστών (π.χ. ενδορφίνες και εγκεφαλίνες).

Eντάσσονται επίσης:

Ουσία
Acetorphine
Acetyldihydrocodeine
Allylprodine
Alpha-methylfentanyl
Alphameprodine
Alphamethadol
Alphaprodine
Amineptine
Amineptine
Aminorex
Atipamezole
Benzethidine
Benzyl morphine
Beta hydroxyfentanyl
Beta-hydroxy-3-methylfentanyl
Betacetylmethadol
Betamethadol
Betaprodine
Bezitramide
Cetyl-alpha-methylfentanyl
Chlorphentermine
Cloforex
Clonitazene
Clortermine
Coca leaf
Codeine
Codoxime
Desmethylprodine (MPPP)
Dexamphetamine
Dexmedetomidine
Diampromide
Diethylthiambutene
Dihydromorphine
Dimenoxadol
Dimepheptanol
Dimethylthiambutene
Dioxaphetyl butyrate
Diphenoxine
Dipipanone
Drotebanol
Ecgonine
Ethylmethylthiambutene
Etonitazene
Etoxeridine
Fenbutrazate
Furethidine
Hydrocodone
Hydromorphinol
Hydroxypethidine
Isomethadone
Levamphetamine
Levomethamphetamine
Levomethorhane
Levomoramide
Levophenacylmorphane
Levorphanol
Mecloqualone
Medetomidine
Methamphetamine
Methamphetamine racemate
Metazocine
Methyldesorphine
Methyldihydromorphine
Methylfentanyl
Methylphenethylamine
Methylthiofentanyl
Methylthiofentanyl
Metopon
Moramide intermediate
Morpheridine
Morphine methylbromide
Myrophine
Nicocodine
Nicodicodine
Noracymethadol
Norcodeine
Norlevorphanol
Normeperidine (Pethidine intermediate B)
Normorphine
Norpipanone
Oxymorphine
Oxymorphone
Para-fluorofentanyl
Pethidine intermediate A
Pethidinic Acid (Pethidine intermediate C)
Phenadoxone
Phenampromide
Phenazocine
Phencyclidine
Phenethylphenylacetoxypiperidine (PEPAP)
Phenmetrazine
Phenomorphane
Phenoperidine
Phentanyl
Piminodine
Piperidine
Proheptazine
Properidine
Propirane
Propylhexedrine
Racemethorphane
Racemoramide
Racemorphane
Remifentanil
Romifidine
Thebacone
Thebaine
Thiofentanyl
Trimeperidine
Zipeprol

Στις προαναφερθείσες ουσίες εντάσσονται επίσης τα άλατα και τα ισομερή αυτών, τα οποία εμφανίζουν σαφή εξαρτησιογόνο δράση και μπορούν να αποτελέσουν σημαντικό κίνδυνο για τη δημόσια υγεία.