Κλαύδιος Γαληνός
Δωρεάν εγγραφή Αποκτήσετε πρόσβαση σε όλες τις πληροφορίες και τα εργαλεία του galinos.gr για έναν μήνα
Γαληνός Office Χρησιμοποιήστε δωρεάν το νέο cloud πρόγραμμα διαχείρισης κάθε σύγχρονου ιατρείου
Έλεγχος συγχορήγησης Ελέγξτε την αγωγή σας για αντενδείξεις και αλληλεπιδράσεις μεταξύ των φαρμάκων
Πρόγραμμα συνδρομητών Μάθετε περισσότερα για τα οφέλη και τις επιπλέον παροχές των συνδρομητικών προγραμμάτων
Γαληνός Mobile Κατεβάστε τη δωρεάν εφαρμογή και απολαύστε τις υπηρεσίες του galinos.gr σε κινητό ή tablet
Γνωρίζατε οτι... Μοιραζόμαστε μαζί σας γεγονότα της πορείας του galinos.gr από το 2011 μέχρι σήμερα
 

CECLOR MR CON.R.TAB 750MG/TAB ΒΤx8 (BLIST 1x8)

Ευρετήριο Αναφορές

Σκεύασμα - Φαρμακολογικές ιδιότητες

Εμπορική
CECLOR
Μορφή
Δισκία ελεγχόμενης αποδέσμευσης
Συγκέντρωση
750MG/TAB

Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Κεφαλοσπορίνες δεύτερης γενιάς
Κωδικός ATC: J01DC04

Το CECLOR MR είναι μία φαρμακοτεχνικά τροποποιημένη μορφή της από του στόματος χορηγούμενης κεφαλοσπορίνης, της κεφακλόρης. Η κεφακλόρη ανήκει στην ομάδα των ημισυνθετικών κεφαλοσπορινών 2ης γενεάς.

Οι in vitro δοκιμασίες έχουν δείξει ότι η βακτηριοκτόνος δράση των κεφαλοσπορινών οφείλεται στην αναστολή της σύνθεσης του κυτταρικού τοιχώματος των βακτηρίων. In vitro μελέτες έχουν αποδείξει την ευαισθησία των περισσοτέρων από τους κατωτέρω μικροοργανισμούς στην κεφακλόρη.

Αερόβιοι Gram θετικοί μικροοργανισμοί:
Staphylococci (συμπεριλαμβανομένων των στελεχών τα οποία είναι κοαγκουλάση αρνητικά ή παράγουν πενικιλλινάση in vitro και εμφανίζουν διασταυρούμενη ανθεκτικότητα μεταξύ κεφακλόρης και μεθικιλίνης)
Streptococcus pneumoniae
Streptococcus pyogenes

Αερόβιοι Gram αρνητικοί μικροοργανισμοί:
Citrobacter diversus
Escherichia coli
Klebsiella spp
Ηaemophilus influenzae (συμπεριλαμβανομένων των στελεχών τα οποία παράγουν β-λακταμάση και είναι ανθεκτικά στην αμπικιλλίνη)
Moraxella (Branhamella) catarrhalis
Νeisseria gonorrhoeae
Proteus mirabilis

Aναερόβιοι μικροοργανισμοί:
Bacteroides spp (εκτός Bacteroides fragilis)
Peptococcus niger
Peptostreptococcus spp.
Propionibacteria acnes.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Ανθεκτικότητα στην κεφακλόρη και σε άλλες καφαλοσπορίνες εμφανίζουν: Σταφυλόκοκκοι ανθεκτικοί σε μεθικιλλίνη, όλα τα στελέχη εντεροκόκκων (Streptococcus faecalis και Streptococcus faecium), Εnterobacter spp, Serratia spp, Morganella morganii, Proteus vulgaris (θετικός στην ινδόλη), Providencia rettgeri, Pseudomonas spp και Acinetobacter spp.

Έλεγχος Ευαισθησίας

Τεχνικές Διάχυσης

Η ευαισθησία ενός αντιβιοτικού μετράται με ποσοτικές μεθόδους με τις οποίες καταμετράται η διάμετρος των ζωνών. Αυτή η διαδικασία είναι η καθοριζόμενη από τον οργανισμό National Committee for Clinical Laboratory Standards (NCCLS)1. Η μέθοδος αυτή των δίσκων συνιστάται για τον έλεγχο της ευαισθησίας στην κεφακλόρη. Το αποτέλεσμα βασίζεται στη συσχέτιση των διαμέτρων που επιτυγχάνονται στη δοκιμασία δίσκου (disk test) με τις ελάχιστες ανασταλτικές συγκεντρώσεις (MIC) για την κεφακλόρη. Οι αναφορές από το εργαστήριο, το οποίο παρέχει αποτελέσματα βάσει της τυποποιημένης δοκιμασίας ευαισθησίας μεμονωμένου δίσκου (standard single-disk susceptibility test) με δίσκο περιέχοντα 30 μg κεφακλόρης, πρέπει να ερμηνεύονται με βάση τα ακόλουθα κριτήρια:

Διάμετρος ζώνης (mm)Eρμηνεία
≥ 18Eυαίσθητο
15-17Μέτρια Ευαίσθητο
≤ 14Ανθεκτικό

Η ένδειξη “ευαίσθητο” υποδηλώνει ότι η δράση του παθογόνου μικροοργανισμού αναστέλλεται από τις γενικά επιταχυνόμενες συγκεντρώσεις αντιβιοτικού στο αίμα. Η ένδειξη “μέτρια ευαίσθητο” είναι ενδεικτική του γεγονότος ότι οι ανασταλτικές συγκεντρώσεις του αντιβιοτικού μπορεί να επιτευχθούν με τη χορήγηση υψηλών δόσεων ή όταν η λοίμωξη περιορίζεται σε ιστούς και σωματικά υγρά (π.χ. στα ούρα), όπου επιτυγχάνονται υψηλές συγκεντρώσεις του αντιβιοτικού. Η ένδειξη “ανθεκτικό” είναι ενδεικτική του γεγονότος ότι οι επιτυγχανόμενες συγκεντρώσεις του αντιβιοτικού είναι απίθανο να είναι ανασταλτικές και ότι πρέπει να επιλεγεί κάποια άλλη θεραπευτική αγωγή.

Οι τυποποιημένες διαδικασίες απαιτούν την εφαρμογή κανόνων εργαστηριακού ελέγχου. Ο δίσκος των 30 μg κεφακλόρης πρέπει να δώσει τις ακόλουθες διαμέτρους ζώνης:

ΟργανισμόςΔιάμετρος Ζώνης (mm)
E. coli ATCC 2592223-27
S. aureus ATCC 2592327-31

Οι παθογόνοι μικροοργανισμοί, πλην των M. catarrhalis και H. influenzae, μπορούν να ελεγχθούν με την βοήθεια δίσκου που περιέχει 30 μg κεφαλοθίνης ή με τη δοκιμασία αραίωσης. Η χορήγηση της κεφακλόρης MR έχει συσχετισθεί με ευνοϊκή κλινική και βακτηριολογική ανταπόκριση στο σύνολο σχεδόν των λοιμώξεων από M. catarrhalis, ανεξάρτητα από τη διάμετρο της ζώνης. Κατά συνέπεια, ελάχιστα προσφέρει ο έλεγχος της ευαισθησίας του μικροοργανισμού αυτού έναντι της κεφακλόρης. Η ευαισθησία του H. influenzae πρέπει να ελέγχεται με δίσκο κεφακλόρης σε σοκολατούχο υπόστρωμα Mueller- Hinton και να αξιολογείται με τα συνήθη κριτήρια διαμέτρου ζώνης τα οποία αναφέρθηκαν προηγουμένως. Εναλλακτική διαδικασία αποτελεί ο έλεγχος του H. influenzae σε Haemophilus Test Medium (HTM), χρησιμοποιώντας τα κριτήρια του NCCLS τα οποία φαίνονται στον πίνακα που ακολουθεί.

Διάμετρος Ζώνης (mm)Ερμηνεία
≥24Ευαίσθητο
19-23Μέτρια Ευαίσθητο
≤18Ανθεκτικό

Τεχνικές Αραίωσης

Για τον καθορισμό της MIC της κεφακλόρης μπορεί να χρησιμοποιηθούν οι συνιστώμενες από την NCCLS^2^ μέθοδοι αραίωσης σε άγαρ ή ζωμό. Τα αποτελέσματα της δοκιμασίας της MIC πρέπει να ερμηνευθούν με βάση τα ακόλουθα κριτήρια:

MIC (μg/mL)Ερμηνεία
<8Ευαίσθητο
16Μέτρια Ευαίσθητο
>32Ανθεκτικό

Όπως και στις τυποποιημένες μεθόδους διάχυσης, οι διαδικασίες αραίωσης απαιτούν τη χρήση οργανισμών εργαστηριακού ελέγχου. Η τυποποιημένη σκόνη κεφακλόρης πρέπει να δίνει τις ακόλουθες τιμές MIC:

ΟργανισμόςΕύρος MIC (μg/mL)
Ε. coli ATCC 259221-4
S. aureus ATCC 292131-4

Φαρμακοκινητική

Το χημικό δραστικό συστατικό είναι το μονοϋδρικό άλας του 3-chloro-7-D-(2-phenylglycinamido)-3-cephem-4-καρβοξυλικού οξέος και είναι γνωστό ως κεφακλόρη USP. Η κεφακλόρη MR διαφέρει από την κεφακλόρη ως προς το ρυθμό διαλυτοποίησής της, παρέχοντας μεν χαμηλότερη τη μέγιστη συγκέντρωση στον ορό ενώ παράλληλα επιτυγχάνει παρατεταμένες συγκεντρώσεις. Αυτή η διαφορά προσδίδει στην κεφακλόρη MR το πλεονέκτημα της χορήγησης δις ημερησίως.

Μετά την από του στόματος χορήγηση, η κεφακλόρη MR απορροφάται καλώς από τη γαστρεντερική οδό. Αν και η κεφακλόρη MR μπορεί να ληφθεί με ή χωρίς φαγητό, η ολική απορρόφηση αυξάνεται με τη λήψη τροφής. Η βιοδιαθεσιμότητα της κεφακλόρης MR, έχοντας ως φάρμακο αναφοράς την κεφακλόρη, είναι μεγαλύτερη από 90% όταν χορηγείται εντός 1 ώρας μετά από το φαγητό. Όταν η κεφακλόρη MR λαμβάνεται σε κατάσταση νηστείας, η βιοδιαθεσιμότητά της είναι το 77% της κεφακλόρης. Συγκρινόμενη με την κεφακλόρη (σε κατάσταση νηστείας), οι μέσες μέγιστες συγκεντρώσεις της κεφακλόρης MR στο πλάσμα (τόσο σε κατάσταση νηστείας, όσο και σε κατάσταση διατροφής) επιτεύχθηκαν με καθυστέρηση 40 έως 90 λεπτών και ήταν χαμηλότερες. Η ταυτόχρονη χορήγηση Η2 ανταγωνιστών δεν επηρεάζει τον ρυθμό ή το ποσοστό της απορρόφησης. Η χορήγηση αντιόξινων τα οποία περιέχουν υδροξείδιο του μαγνησίου ή του αργιλίου 1 ώρα μετά από τη χορήγηση της κεφακλόρης MR, δεν είχε καμία επίδραση επί του ρυθμού απορρόφησης αλλά μείωσε το ποσοστό απορρόφησης κατά 17%.

Μετά τη χορήγηση δισκίων κεφακλόρης MR των 375 mg, 500 mg και 750 mg σε άτομα με πλήρη στόμαχο, οι μέσες μέγιστες συγκεντρώσεις στον ορό ήταν 4, 8 και 11 μg/mL, αντίστοιχα, και επιτεύχθηκαν εντός 2,5 έως 3 ωρών. Δεν παρατηρήθηκε συσσώρευση του φαρμάκου, όταν αυτό χορηγήθηκε δις ημερησίως.

Σε υγιή άτομα, η περίοδος ημιζωής στο πλάσμα είναι περίπου 1 ώρα ανεξάρτητα από το δοσολογικό σχήμα στο οποίο χορηγείται. Σε ηλικιωμένα άτομα (άνω των 65 ετών) με φυσιολογικές τιμές κρεατινίνης ορού, παρατηρήθηκε υψηλότερη μεγίστη συγκέντρωση στο πλάσμα και αύξηση της περιοχής κάτω από την καμπύλη (Αrea Under the Curve, AUC) οι οποίες οφείλονται στην ελαφρώς μειωμένη νεφρική λειτουργία και δεν έχουν ιδιαίτερη κλινική σημασία. Ως εκ τούτου, σε ηλικιωμένα άτομα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία δεν χρειάζεται να τροποποιηθεί η δοσολογία του φαρμάκου. Δεν υπάρχουν ενδείξεις μεταβολισμού της κεφακλόρης στον άνθρωπο.

Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Δεν έχουν γίνει μελέτες σε πειραματόζωα για να εκτιμηθεί η δυνατότητα πρόκλησης καρκίνου ή μεταλλάξεων μετά τη χορήγηση κεφακλόρης MR. Οι μελέτες αναπαραγωγής δεν αποκάλυψαν ενδείξεις διαταραχής της γονιμότητας.