Κλαύδιος Γαληνός
Δωρεάν εγγραφή Αποκτήσετε πρόσβαση σε όλες τις πληροφορίες και τα εργαλεία του galinos.gr για έναν μήνα
Γαληνός Office Χρησιμοποιήστε δωρεάν το νέο cloud πρόγραμμα διαχείρισης κάθε σύγχρονου ιατρείου
Έλεγχος συγχορήγησης Ελέγξτε την αγωγή σας για αντενδείξεις και αλληλεπιδράσεις μεταξύ των φαρμάκων
Πρόγραμμα συνδρομητών Μάθετε περισσότερα για τα οφέλη και τις επιπλέον παροχές των συνδρομητικών προγραμμάτων
Γαληνός Mobile Κατεβάστε τη δωρεάν εφαρμογή και απολαύστε τις υπηρεσίες του galinos.gr σε κινητό ή tablet
Γνωρίζατε οτι... Μοιραζόμαστε μαζί σας γεγονότα της πορείας του galinos.gr από το 2011 μέχρι σήμερα
 

LOXITAN TAB 15MG/TAB BTx30 (BLIST 3x10)

Ευρετήριο Αναφορές

Σκεύασμα - Αντενδείξεις και ειδικές προφυλάξεις

Εμπορική
LOXITAN
Μορφή
Δισκία
Συγκέντρωση
15MG/TAB

Αντενδείξεις

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν αντενδείκνυται στις ακόλουθες περιπτώσεις:

  • Κύηση και γαλουχία (βλ. παράγραφο 4.6 Κύηση και γαλουχία).
  • Υπερευαισθησία στη μελοξικάμη ή σε ένα από τα έκδοχα ή υπερευαισθησία σε ουσίες με παρόμοια δράση, π.χ. μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ), ασπιρίνη. Το LOXITAN δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς που έχουν αναπτύξει άσθμα, ρινικούς πολύποδες, αγγειονευρωτικό οίδημα ή κνίδωση μετά τη χορήγηση ασπιρίνης ή άλλων ΜΣΑΦ.
  • Ιστορικό γαστρεντερικής αιμορραγίας ή εξέλκωση που σχετίζεται με προηγούμενη αγωγή με ΜΣΑΦ.
  • Ενεργό ή ιστορικό υποτροπιάζοντος πεπτικού έλκους/αιμορραγίας (δύο ή περισσότερα ευκρινή επεισόδια αποδεδειγμένης εξέλκωσης ή αιμορραγίας).
  • Σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια.
  • Σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια χωρίς αιμοκάθαρση.
  • Γαστρεντερική αιμορραγία, αγγειακή εγκεφαλική αιμορραγία ή άλλες αιμορραγικές διαταραχές.
  • Σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια.

Προφυλάξεις και προειδοποιήσεις

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες μπορούν να ελαχιστοποιηθούν χρησιμοποιώντας την κατώτατη αποτελεσματική δόση για την πλέον μικρή διάρκεια θεραπείας που απαιτείται για τον έλεγχο των συμπτωμάτων (βλ. παράγραφο 4.2, και κινδύνους από το γαστρεντερικό και καρδιαγγειακό πιο κάτω).

Η συνιστώμενη μέγιστη ημερήσια δόση δεν θα πρέπει να υπερβαίνεται στην περίπτωση μη αποτελεσματικής θεραπευτικής δράσης ούτε θα πρέπει να προστίθεται κάποιο άλλο ΜΣΑΦ στην θεραπευτική αγωγή γιατί μπορεί να αυξηθεί η τοξικότητα ενώ το θεραπευτικό όφελος δεν είναι τεκμηριωμένο. Η συγχορήγηση του LOXITAN με ΜΣΑΦ περιλαμβανομένων και των εκλεκτικών αναστολέων της κυκλοοξυγενάσης-2 θα πρέπει να αποφεύγεται.

Σε περίπτωση απουσίας βελτιώσεως μετά από αρκετές ημέρες, το κλινικό όφελος της αγωγής θα πρέπει να επανεκτιμάται.

Πρέπει να διερευνάται τυχόν ιστορικό οισοφαγίτιδας, γαστρίτιδας ή/και πεπτικού έλκους προς εξασφάλιση της πλήρους θεραπείας τους πριν την έναρξη θεραπείας με meloxicam. Πρέπει να δίδεται η δέουσα προσοχή, ως θέμα ρουτίνας, στην πιθανότητα υποτροπής σε ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε θεραπεία με μελοξικάμη και με ιστορικό αυτού του τύπου.

Δράσεις στο γαστρεντερικό

Γαστρεντερική αιμορραγία, εξέλκωση ή διάτρηση, η οποία μπορεί να έχει μοιραία κατάληξη έχει αναφερθεί με όλα τα ΜΣΑΦ σε οποιαδήποτε στιγμή κατά τη διάρκεια της αγωγής με ή χωρίς προειδοποιητικά συμπτώματα ή χωρίς προηγούμενο ιστορικό σοβαρών γαστρεντερικών συμβάντων.

Ο κίνδυνος γαστρεντερικής αιμορραγίας, εξέλκωσης ή διάτρησης είναι υψηλότερος με τη χρήση αυξανόμενων δόσεων ΜΣΑΦ, σε ασθενείς με ιστορικό έλκους και ειδικότερα εάν υπήρχε επιπλοκή με αιμορραγία ή διάτρηση (βλ. παράγραφο 4.3) και στους ηλικιωμένους. Αυτοί οι ασθενείς θα πρέπει να ξεκινήσουν την αγωγή με τη χαμηλότερη δυνατή δόση. Η συνδυασμένη αγωγή με προστατευτικούς παράγοντες (π.χ. μισοπροστόλη ή αναστολείς της αντλίας πρωτονίων) θα πρέπει να λαμβάνεται υπ' όψη για αυτούς τους ασθενείς, καθώς και για τους ασθενείς που τους συγχορηγείται χαμηλή δόση ασπιρίνης, ή άλλα φάρμακα που μπορεί πιθανά να αυξήσουν τον κίνδυνο από το γαστρεντερικό (βλ. παρακάτω και παράγραφο 4.5).

Ασθενείς με ιστορικό γαστρεντερικής τοξικότητας, ειδικότερα εάν είναι ηλικιωμένοι, θα πρέπει να αναφέρουν οποιοδήποτε μη σύνηθες κοιλιακό σύμπτωμα (ειδικά γαστρεντερική αιμορραγία) κυρίως στα αρχικά στάδια της αγωγής.

Θα πρέπει να εντείνεται η προσοχή στους ασθενείς που λαμβάνουν συγχορηγούμενη φαρμακευτική αγωγή που μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο εξέλκωσης ή αιμορραγίας, όπως από του στόματος χορηγούμενα κορτικοστεροειδή, αντιπηκτικά όπως η βαρφαρίνη, εκλεκτικοί αναστολείς της επαναπρόσληψης της σεροτονίνης ή αντιθρομβωτικοί παράγοντες όπως η ασπιρίνη (βλ. παράγραφο 4.5).

Όταν η γαστρεντερική αιμορραγία ή η εξέλκωση συμβεί σε ασθενείς που λαμβάνουν LOXITAN, η αγωγή θα πρέπει να διακόπτεται.

Τα ΜΣΑΦ θα πρέπει να χορηγούνται με προσοχή στους ασθενείς με ιστορικό γαστρεντερικής νόσου (ελκώδη κολίτιδα, Νόσο του Crohn) καθώς αυτές οι καταστάσεις μπορεί να επιδεινωθούν (βλ. παράγραφο 4.8 - Ανεπιθύμητες ενέργειες).

Καρδιαγγειακές και αγγειοεγκεφαλικές επιδράσεις

Απαιτείται η σωστή παρακολούθηση και η παροχή συμβουλών σε ασθενείς με ιστορικό υπέρτασης και/ή με ελαφρά έως μέτρια συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια καθώς έχει αναφερθεί κατακράτηση υγρών και οίδημα σε συνδυασμό με θεραπεία με ΜΣΑΦ.

Δεδομένα από κλινικές δοκιμές και επιδημιολογικές μελέτες υποδεικνύουν ότι η χρήση μερικών ΜΣΑΦ (ειδικά σε υψηλές δόσεις και σε μακροχρόνιες θεραπείες) μπορούν να συσχετίζονται με μια μικρή αύξηση του κινδύνου για εμφάνιση θρομβωτικών αρτηριακών συμβάντων (για παράδειγμα έμφραγμα του μυοκαρδίου ή εγκεφαλικό επεισόδιο). Υπάρχουν ανεπαρκείς πληροφορίες για να αποκλεισθεί ένας τέτοιος κίνδυνος για την μελοξικάμη.

Ασθενείς με μη ρυθμισμένη υπέρταση, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, εγκατεστημένη ισχαιμική καρδιοπάθεια , περιφερική αρτηριακή νόσο και/ή αγγειοεγκεφαλική νόσο θα πρέπει να υποβληθούν σε θεραπεία με μελοξικάμη μετά από προσεκτική θεώρηση του θέματος. Παρόμοια εξέταση θα πρέπει να γίνεται πριν την έναρξη πιο μακροχρόνιας θεραπείας σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για εμφάνιση καρδιαγγειακής ασθένειας (π.χ. υπέρταση, υπερλιπιδαιμία, σακχαρώδης διαβήτης, καπνιστές).

Αντιδράσεις από το δέρμα

Σοβαρές αντιδράσεις από το δέρμα, κάποιες από αυτές με μοιραία κατάληξη, περιλαμβανομένης της αποφολιδωτικής δερματίτιδας, του συνδρόμου Stevens-Johnson και της τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης, που να σχετίζονται με τη χρήση ΜΣΑΦ, έχουν αναφερθεί πολύ σπάνια (βλ. 4.8). Οι ασθενείς φαίνεται να διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο για αυτές τις αντιδράσεις στα αρχικά στάδια της αγωγής: η έναρξη των αντιδράσεων συμβαίνει στην πλειονότητα των περιπτώσεων εντός του πρώτου μήνα έναρξης της αγωγής. Το LOXITAN θα πρέπει να διακόπτεται κατά την πρώτη εμφάνιση δερματικού εξανθήματος, αλλοιώσεων του βλεννογόνου ή οποιονδήποτε άλλων σημείων υπερευαισθησίας.

Όπως και με τα πλείστα ΜΣΑΦ, έχουν αναφερθεί περιστασιακά αυξήσεις στα επίπεδα των τρανσαμινασών του ορού, αυξήσεις στα επίπεδα της χολερυθρίνης του ορού ή άλλων παραμέτρων της ηπατικής λειτουργίας, καθώς και αυξήσεις στα επίπεδα της κρεατινίνης του ορού και της ουρίας αίματος, και άλλες εργαστηριακές διαταραχές. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων, οι διαταραχές ήταν παροδικές και ελαφρές. Σε περίπτωση που μια τέτοια διαταραχή αποδειχθεί ότι είναι σημαντική ή επιμένει, πρέπει να διακόπτεται η χορήγηση της μελοξικάμης και η περίπτωση να διερευνάται καταλλήλως.

Λειτουργική νεφρική ανεπάρκεια

Τα ΜΣΑΦ, μέσω αναστολής της αγγειοδιασταλτικής δράσης των νεφρικών προσταγλανδινών, μπορεί να προκαλέσουν λειτουργική νεφρική ανεπάρκεια μειώνοντας τη σπειραματική διήθηση. Αυτή η ανεπιθύμητη ενέργεια είναι δοσοεξαρτώμενη. Συνιστάται προσεκτική παρακολούθηση της διούρησης και της νεφρικής λειτουργίας, κατά την έναρξη της αγωγής ή μετά από αύξηση της δόσης, σε ασθενείς με τους παρακάτω παράγοντες κινδύνου:

  • Ηλικιωμένοι.
  • Άτομα υπό αγωγή με φάρμακα όπως αναστολείς ΜΕΑ, ανταγωνιστές της αγγειοτενσίνης-ΙΙ, σαρτάνες, διουρητικά (βλ. παράγραφο 4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα ή άλλες μορφές αλληλεπίδρασης).
  • Υποογκαιμία (οποιασδήποτε αιτιολογίας).
  • Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια.
  • Νεφρική ανεπάρκεια.
  • Νεφρωσικό σύνδρομο.
  • Νεφροπάθεια Συστηματικού Ερυθηματώδους Λύκου.
  • Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (αλβουμίνη ορού <25 g/l ή βαθμολογία κατά Child- Pugh >10).

Σε σπάνιες περιπτώσεις τα ΜΣΑΦ μπορεί να είναι η αιτία διάμεσης νεφρίτιδας, σπειραματονεφρίτιδας, νεκρωτικής θηλίτιδος ή νεφρωσικού συνδρόμου.

Κατακράτηση νατρίου και ύδατος

Κατακράτηση νατρίου και ύδατος με πιθανότητα οιδήματος, υπέρτασης ή επιδείνωσης υπέρτασης, επιδείνωσης καρδιακής ανεπάρκειας. Η κλινική παρακολούθηση είναι απαραίτητη, κατά την έναρξη της αγωγής σε περίπτωση υπέρτασης ή καρδιακής ανεπάρκειας. Μπορεί να παρουσιαστεί μείωση της αντιυπερτασικής δράσης (βλ. παράγραφο 4.5).

Αύξηση νατρίου, καλίου, κατακράτηση ύδατος και παρεμβολή στη νατριοδιουρητική δράση των διουρητικών, που έχουν σαν επακόλουθο πιθανή επιδείνωση της κατάστασης των ασθενών με καρδιακή ανεπάρκεια ή υπέρταση, μπορεί να συμβούν με τη χορήγηση των ΜΣΑΦ (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.3).

Υπερκαλιαιμία

Η υπερκαλιαιμία μπορεί να ενισχυθεί από διαβήτη ή ταυτόχρονη αγωγή η οποία αυξάνει το κάλιο του αίματος (βλ. παράγραφο 4.5). Σε τέτοιες περιπτώσεις θα πρέπει να παρακολουθούνται τακτικά οι τιμές του καλίου.

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες είναι συχνά λιγότερο ανεκτές σε ηλικιωμένα, ευαίσθητα ή εξασθενημένα άτομα, η παρακολούθηση των οποίων θα πρέπει να εντείνεται. Όπως και στην περίπτωση άλλων μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμάκων (ΜΣΑΦ), χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή στους ηλικιωμένους στους οποίους υπάρχει συχνά διαταραχή της νεφρικής, ηπατικής και καρδιακής λειτουργίας. Οι ηλικιωμένοι έχουν αυξημένη συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών στα ΜΣΑΦ ειδικά γαστρεντερική αιμορραγία και διάτρηση οι οποίες μπορεί να αποβούν μοιραίες (βλ. παράγραφο 4.2).

Η μελοξικάμη, όπως και τα άλλα ΜΣΑΦ, μπορεί να καλύψει συμπτώματα υποκείμενης λοιμώδους ασθένειας.

Η χρήση της μελοξικάμης, όπως και κάθε φαρμάκου που είναι γνωστό ότι αναστέλλει τη σύνθεση κυκλοοξυγενάσης/προσταγλανδίνης, μπορεί να επηρεάσει την αναπαραγωγική ικανότητα και δε συνιστάται σε γυναίκες που προσπαθούν να συλλάβουν. Σε γυναίκες που παρουσιάζουν δυσκολία στη σύλληψη ή που διερευνώνται για υπογονιμότητα, θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο διακοπής της χορήγησης της μελοξικάμης.

Ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, έλλειψη Lapp λακτάσης ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης δεν θα πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.

Ασυμβατότητες

Δεν εφαρμόζεται.

Ανεπιθύμητες ενέργειες

α) Γενική Περιγραφή

Δεδομένα από κλινικές δοκιμές και επιδημιολογικές μελέτες, υποδεικνύουν ότι η χρήση κάποιων ΜΣΑΦ (ιδιαίτερα σε υψηλές δόσεις και σε θεραπείες μακράς διάρκειας) μπορεί να συσχετίζεται με ένα ελαφρά αυξημένο κίνδυνο για εμφάνιση θρομβωτικών αρτηριακών συμβάντων (π.χ. έμφραγμα του μυοκαρδίου ή εγκεφαλικό επεισόδιο (βλ. παράγραφο 4.4)).

Οίδημα, υπέρταση και καρδιακή ανεπάρκεια, έχουν αναφερθεί σε σχέση με την θεραπεία με ΜΣΑΦ.

Οι πιο συχνά παρατηρούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες είναι γαστρεντερικής φύσεως. Μπορεί να συμβούν πεπτικά έλκη, διάτρηση ή γαστρεντερική αιμορραγία, μερικές φορές με μοιραία κατάληξη, ειδικότερα στους ηλικιωμένους (βλ. παράγραφο 4.4). Ναυτία, έμετος, διάρροια, μετεωρισμός, δυσπεψία, κοιλιακό άλγος, μέλαινα, αιματέμεση, ελκώδης στοματίτιδα, έξαρση κολίτιδας και της νόσου του Crohn (βλ. παράγραφο 4.4 - Ιδιαίτερες προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση) έχουν αναφερθεί μετά τη χορήγησή τους. Λιγότερα συχνά, έχει παρατηρηθεί γαστρίτιδα.

Οι συχνότητες των ανεπιθύμητων ενεργειών που παρουσιάζονται κατωτέρω βασίζονται στις αντίστοιχες συχνότητες σε κλινικές μελέτες. Οι πληροφορίες βασίζονται σε κλινικές μελέτες, στις οποίες έλαβαν μέρος 3750 ασθενείς στους οποίους χορηγήθηκαν από το στόμα δόσεις 7,5 ή 15mg μελοξικάμης δισκία ή καψάκια για μια περίοδο έως 18 μηνών (μέση διάρκεια θεραπείας 127 ημέρες).

Συμπεριλαμβάνονται οι ανεπιθύμητες ενέργειες, οι οποίες εμφανίστηκαν ως αποτέλεσμα αναφορών που ελήφθησαν σε σχέση με τη χρήση του κυκλοφορούντος προϊόντος.

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν ταξινομηθεί με βάση κατηγορίες συχνοτήτων με χρήση των ακόλουθων κανόνων:

Πολύ συχνές (>1/10), συχνές (>1/100, <1/10), όχι συχνές (>1/1.000, <1/100), σπάνιες (>1/10.000, <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000).

β) Πίνακας ανεπιθύμητων ενεργειών

Διαταραχές αίματος και λεμφικού συστήματος

Συχνές: Αναιμία

Όχι συχνές: Διαταραχές των έμμορφων στοιχείων του αίματος: λευκοπενία, θρομβοκυτοπενία, ακοκκιοκυτταραιμία (βλ. παράγραφο γ)

Διαταραχές ανοσοποιητικού συστήματος

Σπάνιες: Αναφυλακτικές / Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις

Ψυχιατρικές διαταραχές

Σπάνιες: Διαταραχές διάθεσης, αϋπνία και εφιάλτες

Διαταραχές νευρικού συστήματος

Συχνές: Ζάλη, κεφαλαλγία

Όχι συχνές: Ίλιγγος, εμβοές, υπνηλία

Σπάνιες: Σύγχυση

Διαταραχές όρασης

Σπάνιες: Διαταραχές της όρασης, περιλαμβανομένου του θάμβους οράσεως

Διαταραχές της καρδιακής λειτουργίας

Όχι συχνές: Αίσθημα παλμών

Διαταραχές των αγγείων

Όχι συχνές: Αύξηση της πίεσης του αίματος (βλ. παράγραφο 4.4), εξάψεις

Διαταραχές του αναπνευστικού, του θώρακα και του μεσοθωρακίου

Σπάνιες: Έναρξη κρίσης άσθματος σε ορισμένα άτομα αλλεργικά στην ασπιρίνη και άλλα ΜΣΑΦ

Γαστρεντερικές διαταραχές

Συχνές: Δυσπεψία, ναυτία, έμετος, κοιλιακό άλγος, δυσκοιλιότητα, μετεωρισμός, διάρροια

Όχι συχνές: Γαστρεντερική αιμορραγία, γαστροδωδεκαδακτυλικά έλκη, οισοφαγίτιδα, στοματίτιδα

Σπάνιες: Γαστρεντερική διάτρηση, γαστρίτιδα, κολίτιδα

Τα πεπτικά έλκη, η διάτρηση ή η γαστρεντερική αιμορραγία, που ίσως να εμφανιστούν, πιθανόν να είναι σοβαρά ιδιαίτερα σε ηλικιωμένους (βλ. παράγραφο 4.4).

Διαταραχές ήπατος - χοληφόρων

Σπάνιες: Ηπατίτιδα

Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού

Συχνές: Κνησμός, εξάνθημα

Όχι συχνές: Κνίδωση

Σπάνιες: Σύνδρομο Stevens-Johnson και τοξική επιδερμική νεκρόλυση, αγγειοοίδημα, πομφώδεις αντιδράσεις όπως πολύμορφο ερύθημα, αντιδράσεις φωτοευαισθησίας

Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών

Όχι συχνές: Κατακράτηση νατρίου και ύδατος, υπερκαλιαιμία (βλ. παράγραφο 4.4 Ιδιαίτερες προειδοποιήσεις και ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη χρήση και παράγραφο 4.5)

Σπάνιες: Οξεία λειτουργική νεφρική ανεπάρκεια σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου (βλ. παράγραφο 4.4)

Γενικές διαταραχές και διαταραχές συνθηκών θέσης χορήγησης

Συχνές: Οίδημα, συμπεριλαμβανομένου οιδήματος των κάτω άκρων

Παρακλινικές εξετάσεις

Όχι συχνές: Παροδική διαταραχή λειτουργικών δοκιμασιών του ήπατος (π.χ. αυξημένες τιμές τρανσαμινασών ή χολερυθρίνης)

Όχι συχνές: Διαταραχή των εργαστηριακών ελέγχων που διερευνούν τη νεφρική λειτουργία (π.χ. αυξημένη κρεατινίνη ή ουρία)

γ) Πληροφορίες που αφορούν μεμονωμένες σοβαρές και/ή συχνά εμφανιζόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες

Μεμονωμένες περιπτώσεις ακοκκιοκυτταραιμίας έχουν αναφερθεί σε ασθενείς οι οποίοι έλαβαν μελοξικάμη και άλλα δυνητικά μυελοτοξικά φάρμακα (βλ. παράγραφο 4.5).

δ) Ανεπιθύμητες ενέργειες οι οποίες δεν έχουν παρατηρηθεί ακόμα με αυτό το προϊόν, αλλά γενικώς αποδίδονται σε άλλες ουσίες της ιδίας κατηγορίας

Οργανική νεφρική βλάβη, η οποία πιθανώς να οδηγήσει σε οξεία νεφρική ανεπάρκεια: έχουν αναφερθεί μεμονωμένες περιπτώσεις διάμεσης νεφρίτιδας, οξεία σωληναριακή νέκρωση, νεφρωσικό σύνδρομο και νέκρωση νεφρικής θηλής (βλ. παράγραφο 4.4).

Αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα ή ουσίες

Φαρμακοδυναμικές αλληλεπιδράσεις

Με άλλα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα, συμπεριλαμβανομένων των σαλικυλικών (ακετυλοσαλικυλικό οξύ ≥3g/d)

Η σύγχρονη χορήγηση διαφόρων ΜΣΑΦ, πιθανόν να αυξήσει τον κίνδυνο έλκους και γαστρεντερικής αιμορραγίας μέσω συνεργικής δράσης. Δεν συνιστάται η ταυτόχρονη χορήγηση μελοξικάμης με άλλα ΜΣΑΦ (βλ. παράγραφο 4.4).

Κορτικοστεροειδή

Αυξημένος κίνδυνος γαστρεντερικού έλκους ή αιμορραγίας (βλ. παράγραφο 4.4).

Με από του στόματος αντιπηκτικά

Αυξημένος κίνδυνος αιμορραγίας μέσω αναστολής της λειτουργίας των αιμοπεταλίων και βλάβης στο γαστροδωδεκαδακτυλικό βλεννογόνο. Τα ΜΣΑΦ μπορεί να επιτείνουν τις δράσεις των αντιπηκτικών, όπως η βαρφαρίνη (βλ. παράγραφο 4.4). H ταυτόχρονη χορήγηση ΜΣΑΦ με από του στόματος αντιπηκτικά δεν συνιστάται (βλ. παράγραφο 4.4). Εάν είναι αδύνατο να αποφευχθεί ένας τέτοιος συνδυασμός απαιτείται προσεκτική παρακολούθηση του INR.

Με θρομβολυτικά και αντιαιμοπεταλιακά φάρμακα

Αυξημένος κίνδυνος αιμορραγίας μέσω αναστολής της λειτουργίας των αιμοπεταλίων και βλάβης στο γαστροδωδεκαδακτυλικό βλεννογόνο.

Εκλεκτικοί αναστολείς της επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRIs): Αυξημένος κίνδυνος γαστρεντερικής αιμορραγίας (βλ. παράγραφο 4.4).

Διουρητικά, αναστολείς ΜΕΑ και Ανταγωνιστές Αγγειοτενσίνης-ΙΙ

Τα ΜΣΑΦ μπορεί να μειώσουν τη δράση των διουρητικών και άλλων αντιυπερτασικών φαρμάκων. Σε ορισμένους ασθενείς με κατεσταλμένη νεφρική λειτουργία (π.χ. αφυδατωμένους ασθενείς ή ηλικιωμένους ασθενείς με κατεσταλμένη νεφρική λειτουργία) η συγχορήγηση ενός αναστολέα ΜΕΑ ή ανταγωνιστή της Αγγειοτενσίνης-ΙΙ και παραγόντων που αναστέλλουν την κυκλοοξυγενάση μπορεί να οδηγήσει σε περαιτέρω επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας, συμπεριλαμβανομένης και πιθανής οξείας νεφρικής ανεπάρκειας, η οποία είναι συνήθως αναστρέψιμη. Ως εκ τούτου, ο συνδυασμός θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή, ειδικά στους ηλικιωμένους. Οι ασθενείς θα πρέπει να ενυδατώνονται επαρκώς και θα πρέπει να δίνεται προσοχή στην παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας μετά από έναρξη ταυτόχρονης αγωγής και κατόπιν περιοδικά (δείτε παράγραφο 4.4).

Με άλλους αντιϋπερτασικούς παράγοντες (π.χ. βήτα-αποκλειστές)

Όπως και με τα προηγούμενα, μπορεί να εμφανισθεί μείωση της αντιϋπερτασικής επίδρασης των βήτα- αποκλειστών (λόγω αναστολής των προσταγλανδινών με αγγειοδιασταλτικό αποτέλεσμα).

Κυκλοσπορίνη

H νεφροτοξικότητα της κυκλοσπορίνης μπορεί να αυξηθεί από τα ΜΣΑΦ με τη μεσολάβηση των νεφρικών προσταγλανδινών. Κατά τη διάρκεια συνδυασμένης θεραπείας πρέπει να παρακολουθείται η νεφρική λειτουργία. Συνιστάται προσεκτική παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας, ιδιαίτερα στους ηλικιωμένους.

Ενδομήτριες συσκευές

Τα ΜΣΑΦ έχει αναφερθεί ότι μειώνουν την αποτελεσματικότητα των ενδομήτριων συσκευών. Μείωση της αποτελεσματικότητας των ενδομήτριων συσκευών από τα ΜΣΑΦ έχει αναφερθεί άλλα χρήζει περαιτέρω επιβεβαίωσης.

Φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις (Επίδραση της μελοξικάμης στη φαρμακοκινητική άλλων φαρμάκων)

Με λίθιο

Τα ΜΣΑΦ έχει αναφερθεί ότι αυξάνουν τα επίπεδα του λιθίου στο αίμα (μέσω μείωσης της νεφρικής απέκκρισης του λιθίου), τα οποία μπορούν να φτάσουν σε τοξικές τιμές.

Η ταυτόχρονη χορήγηση λιθίου και ΜΣΑΦ δεν συνιστάται (βλ. παράγραφο 4.4). Εάν αυτός ο συνδυασμός είναι αναγκαίος, οι συγκεντρώσεις του λιθίου στο πλάσμα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά κατά την έναρξη της αγωγής, τη ρύθμιση και τη διακοπή της θεραπείας με μελοξικάμη.

Με μεθοτρεξάτη

Τα ΜΣΑΦ μειώνουν τη σωληναριακή απέκκριση της μεθοτρεξάτης και έτσι αυξάνουν τη συγκέντρωση της μεθοτρεξάτης στο πλάσμα. Για το λόγο αυτό, σε ασθενείς που λαμβάνουν υψηλή δόση μεθοτρεξάτης (πάνω από 15mg εβδομαδιαίως) δεν συνιστάται η ταυτόχρονη χορήγηση ΜΣΑΦ (βλ. παράγραφο 4.4). Ο κίνδυνος αλληλεπίδρασης των ΜΣΑΦ με τη μεθοτρεξάτη, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και σε ασθενείς που λαμβάνουν χαμηλές δόσεις μεθοτρεξάτης, ειδικά σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια. Σε περίπτωση που απαιτείται συνδυασμένη θεραπεία, ο αριθμός των κυττάρων του αίματος και η νεφρική λειτουργία πρέπει να παρακολουθούνται. Σε περίπτωση που τόσο τα ΜΣΑΦ όσο και η μεθοτρεξάτη λαμβάνονται εντός 3 ημερών πρέπει να δίνεται προσοχή διότι πιθανόν η συγκέντρωση της μεθοτρεξάτης στο πλάσμα να αυξηθεί και να προκαλέσει αυξημένη τοξικότητα.

Παρόλο που η φαρμακοκινητική της μεθοτρεξάτης (15mg εβδομαδιαίως) δεν επηρεάστηκε ιδιαίτερα από τη σύγχρονη θεραπεία με μελοξικάμη πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι η αιματολογική τοξικότητα της μεθοτρεξάτης μπορεί να επιταθεί από τη χορήγηση ΜΣΑΦ (δείτε παραπάνω) (βλ. παράγραφο 4.8).

Φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις (Επίδραση των άλλων φαρμάκων στη φαρμακοκινητική της μελοξικάμης)

Χολεστυραμίνη

Η χολεστυραμίνη επιταχύνει την απομάκρυνση του meloxicam διακόπτοντας την εντεροηπατική κυκλοφορία έτσι ώστε η κάθαρση της μελοξικάμης αυξάνεται κατά 50% και ο χρόνος ημιζωής μειώνεται σε 13 ±3 ώρες. Αυτή η αλληλεπίδραση έχει κλινική σημασία.

Όταν η μελοξικάμη χορηγήθηκε ταυτόχρονα με αντιόξινα, σιμετιδίνη και διγοξίνη δεν παρατηρήθηκε φαρμακοκινητική αλληλεπίδραση σχετιζόμενη με την κλινική εικόνα.

Κύηση

Αναστολή της σύνθεσης των προσταγλανδινών μπορεί να επηρεάσει δυσμενώς την κύηση και/ή την εμβρυϊκή ανάπτυξη. Δεδομένα από επιδημιολογικές μελέτες καταδεικνύουν αυξημένο κίνδυνο αποβολής, καρδιακή δυσπλασία και γαστρόσχιση μετά από χρήση αναστολέα σύνθεσης προσταγλανδινών κατά τα αρχικά στάδια της κύησης. Ο απόλυτος κίνδυνος για καρδιαγγειακή δυσπλασία αυξήθηκε από λιγότερο από 1% σε περίπου 1.5%. Ο κίνδυνος πιστεύεται ότι αυξάνεται με τη δόση και τη διάρκεια της θεραπείας.

Σε πειραματόζωα, χορήγηση αναστολέα σύνθεσης προσταγλανδινών έχει δειχθεί ότι οδηγεί σε αυξημένη απώλεια προ- και μετά της εμφύτευσης και σε αυξημένη εμβρυϊκή θνησιμότητα. Επιπροσθέτως, αυξημένα συμβάντα διαφόρων δυσπλασιών, συμπεριλαμβανομένων των καρδιαγγειακών, έχουν αναφερθεί σε πειραματόζωα στα οποία χορηγήθηκε αναστολέας σύνθεσης προσταγλανδινών κατά την περίοδο της οργανογένεσης.

Κατά τη διάρκεια του πρώτου και του δευτέρου τριμήνου της κύησης, η μελοξικάμη δεν θα πρέπει να χορηγείται εκτός αν είναι απολύτως απαραίτητο. Αν η μελοξικάμη χρησιμοποιείται από γυναίκα που προσπαθεί να συλλάβει ή κατά τη διάρκεια του πρώτου και του δευτέρου τριμήνου της κύησης, η δόση θα πρέπει να είναι όσο το δυνατό πιο χαμηλή και η διάρκεια της αγωγής όσο το δυνατό πιο βραχεία.

Κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου της κύησης, όλοι οι αναστολείς σύνθεσης προσταγλανδινών μπορεί να εκθέσουν το έμβρυο σε:

  • καρδιοπνευμονική τοξικότητα (με πρόωρη σύγκλειση του Βοτάλλειου πόρου και πνευμονική υπέρταση)
  • νεφρική δυσλειτουργία, η οποία μπορεί να εξελιχθεί σε νεφρική ανεπάρκεια με ολιγοϋδράμνιο

τη μητέρα και το νεογνό, στο τέλος της κύησης σε:

  • πιθανή παράταση του χρόνου αιμορραγίας, μια αντι-αιμοπεταλιακή δράση η οποία μπορεί να συμβεί ακόμα και σε πολύ χαμηλές δόσεις
  • αναστολή των συσπάσεων της μήτρας η οποία οδηγεί σε καθυστερημένο ή παρατεταμένο τοκετό

Συνεπώς, η μελοξικάμη αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου της κύησης.

Γαλουχία

Παρόλο που δεν υπάρχει συγκεκριμένη εμπειρία με τη μελοξικάμη, τα ΜΣΑΦ είναι γνωστό ότι περνούν στο μητρικό γάλα. Ως εκ τούτου, η χορήγηση σε γυναίκες που θηλάζουν θα πρέπει να αποφεύγεται.

Ικανότητα οδήγησης και χειρισμός μηχανημάτων

Δεν υπάρχουν ειδικές μελέτες για την ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων. Παρόλα αυτά, με βάση το φαρμακοδυναμικό προφίλ και τις αναφερθείσες ανεπιθύμητες ενέργειες, υπάρχει πιθανότητα η μελοξικάμη να μην έχει ή να έχει αμελητέα επίδραση σε αυτές τις ικανότητες. Εν τούτοις, όταν εμφανισθούν διαταραχές οράσεως ή καρηβαρία, ίλιγγος ή άλλες διαταραχές από το κεντρικό νευρικό σύστημα, συνιστάται η αποχή από την οδήγηση και από το χειρισμό μηχανημάτων.