Κλαύδιος Γαληνός
Δωρεάν εγγραφή Αποκτήσετε πρόσβαση σε όλες τις πληροφορίες και τα εργαλεία του galinos.gr για έναν μήνα
Γαληνός Office Χρησιμοποιήστε δωρεάν το νέο cloud πρόγραμμα διαχείρισης κάθε σύγχρονου ιατρείου
Έλεγχος συγχορήγησης Ελέγξτε την αγωγή σας για αντενδείξεις και αλληλεπιδράσεις μεταξύ των φαρμάκων
Πρόγραμμα συνδρομητών Μάθετε περισσότερα για τα οφέλη και τις επιπλέον παροχές των συνδρομητικών προγραμμάτων
Γαληνός Mobile Κατεβάστε τη δωρεάν εφαρμογή και απολαύστε τις υπηρεσίες του galinos.gr σε κινητό ή tablet
Γνωρίζατε οτι... Μοιραζόμαστε μαζί σας γεγονότα της πορείας του galinos.gr από το 2011 μέχρι σήμερα
 

LIVOSTIN EY.DRO.SUS 0,05% (W/V) FLx4 ML

Ευρετήριο Αναφορές

Σκεύασμα - Φαρμακολογικές ιδιότητες

Εμπορική
LIVOSTIN
Μορφή
Kολλύριο εναιώρημα
Συγκέντρωση
0.5MG/ML

Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: αποσυμφορητικά και αντιαλλεργικά
Κωδικός ATC: S01GX02

Μηχανισμός δράσης

Το Livostin περιέχει λεβοκαμπαστίνη, έναν πολύ ισχυρό, ταχείας δράσης και εξαιρετικά εκλεκτικό ανταγωνιστή της ισταμίνης στους Η1-υποδοχείς, με μια παρατεταμένη διάρκεια δράσης. Μετά από τοπική εφαρμογή στους οφθαλμούς, σχεδόν αμέσως και για αρκετές ώρες ανακουφίζει από τα τυπικά συμπτώματα της αλλεργικής επιπεφυκίτιδας (κνησμός, ερυθρότητα, οίδημα επιπεφυκότος, οίδημα των βλεφάρων, δακρύρροια).

Φαρμακοκινητική

Απορρόφηση

Μετά από ενστάλλαξη στους οφθαλμούς, η λεβοκαμπαστίνη απορροφάται αργά και ατελώς. Ύστερα από οφθαλμική εφαρμογή 15μg/σταγόνα δόσης, περίπου 6μg λεβοκαμπαστίνης απορροφώνται. Ύστερα από μία οφθαλμική εφαρμογή η λεβοκαμπαστίνη φτάνει στην ανώτερη συγκέντρωσή της στο πλάσμα σε περίπου 6 ώρες.

Κατανομή

Η πρωτεϊνική σύνδεση της λεβοκαμπαστίνης στο πλάσμα είναι περίπου 55%.

Βιομετασχηματισμός

Ο πρωταρχικός μεταβολίτης της λεβοκαμπαστίνης, ένα ακετυλ–γλυκουρονίδιο, παράγεται μέσω της κύριας μεταβολικής οδού της γλυκουρονιδίωσης.

Αποβολή

Η λεβοκαμπαστίνη πρωταρχικώς αποβάλλεται στα ούρα ως αμετάβλητο φάρμακο (περίπου το 70% της απορροφηθείσας δόσης). Ο τελικός χρόνος ημιζωής της λεβοκαμπαστίνης είναι περίπου 39-70 ώρες. Η φαρμακοκινητική της οφθαλμικής λεβοκαμπαστίνης στο πλάσμα είναι γραμμική και προβλέψιμη.

Ειδικές ομάδες ατόμων

Παιδιά: Αραιές συγκεντρώσεις λεβοκαμπαστίνης μετρήθηκαν στο πλάσμα σε παιδιά και εφήβους ηλικίας μεταξύ 6 και 17 ετών, οι οποίοι έλαβαν ρινικό εκνέφωμα λεβοκαμπαστίνης σε διάφορα δοσολογικά σχήματα έως ένα ανώτατο όριο 0,2 mg τέσσερις φορές την ημέρα για 4 εβδομάδες, ορισμένοι από τους οποίους χρησιμοποιούσαν επίσης οφθαλμικές σταγόνες λεβοκαβαστίνης ως απαιτούνταν. Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα που μετρήθηκαν μετά από 2 έως 4 εβδομάδες θεραπείας ήταν είτε μη ανιχνεύσιμες είτε κυμαίνονταν μέχρι ένα ανώτατο όριο των 18,2 ng/mL. Με βάση τις περιορισμένες διαθέσιμες πληροφορίες, δεν θα μπορούσαν να εξαχθούν σαφή συμπεράσματα όσον αφορά στη σύγκριση σε σχέση με τους ενήλικες.

Ηλικιωμένοι: Στους ηλικιωμένους, μετά από πολλαπλές ρινικές εφαρμογές 0,4 mg λεβοκαμπαστίνης, ο τελικός χρόνος ημιζωής της αυξήθηκε κατά 15% και η ανώτερη συγκέντρωση στο πλάσμα κατά 26%.

Νεφρική ανεπάρκεια: Ύστερα από μία εφάπαξ από του στόματος δόση λεβοκαμπαστίνης 0,5 mg σε διάλυμα, ο τελικός χρόνος ημιζωής της λεβοκαμπαστίνης, σε άτομα με ήπια εώς σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης 10-50 mL/min), αυξήθηκε από 36 σε 95 ώρες. Η συνολική έκθεση της λεβοκαμπαστίνης βασισμένη στο AUC αυξήθηκε κατά 56%.

Ηπατική ανεπάρκεια: Η φαρμακοκινητική της λεβοκαμπαστίνης σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια δεν έχει μελετηθεί.

Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Μη κλινικά στοιχεία που στηρίζονται σε συμβατικές μελέτες με οξείες δόσεις (εφαρμογή από το στόμα, ενδοφλεβίως, μέσω εισπνοής και δερματική) ή με επαναλαμβανόμενες δόσεις (εφαρμογή από το στόμα, ενδοφλεβίως, στον οφθαλμό ή δερματική) που περιελάμβαναν οφθαλμικό ερεθισμό, δερματική ευαισθητοποίηση, καρδιαγγειακή ασφάλεια φαρμακολογίας, στοματική αναπαραγωγή, γονοτοξικότητα και μελέτες στοματικής ανάπτυξης καρκίνου, δεν αποκάλυψαν κανέναν κίνδυνο που να συνδέεται με το φάρμακο. Επιδράσεις παρατηρήθηκαν μόνο σε περιπτώσεις έκθεσης σε ποσότητα κατά πολύ μεγαλύτερη της μέγιστης συνιστώμενης ανθρώπινης δόσης, γεγονός που δείχνει την μικρή κλινική χρησιμότητα των αποτελεσμάτων αυτών.

Σε ποντίκια, αρουραίους και κουνέλια, η λεβοκαβαστίνη, σε συστηματικές δόσεις έως και 2.500 φορές (σε μια βάση mg/kg) τη συνιστώμενη μέγιστη οφθαλμικά χορηγούμενη κλινική δόση, δεν αποκάλυψε τυχόν εμβρυοτοξική ή τερατογόνο δράση. Στα τρωκτικά, η λεβοκαμπαστίνη σε συστηματικές δόσεις μεγαλύτερες από 5.000 φορές (σε μια βάση mg/kg) τη συνιστώμενη μέγιστη οφθαλμικά χορηγούμενη δόση, παρατηρήθηκε τερατογένεση και/ή αυξημένη εμβρυϊκή απορρόφηση.

Καρκινογένεση, μεταλλάξεις, στείρωση

Γονιμότητα

Δεδομένα σε ζώα δεν έχουν δείξει καμία επίδραση στην ανδρική ή γυναικεία γονιμότητα.