Κλαύδιος Γαληνός
Δωρεάν εγγραφή Αποκτήσετε πρόσβαση σε όλες τις πληροφορίες και τα εργαλεία του galinos.gr για έναν μήνα
Γαληνός Office Χρησιμοποιήστε δωρεάν το νέο cloud πρόγραμμα διαχείρισης κάθε σύγχρονου ιατρείου
Έλεγχος συγχορήγησης Ελέγξτε την αγωγή σας για αντενδείξεις και αλληλεπιδράσεις μεταξύ των φαρμάκων
Πρόγραμμα συνδρομητών Μάθετε περισσότερα για τα οφέλη και τις επιπλέον παροχές των συνδρομητικών προγραμμάτων
Γαληνός Mobile Κατεβάστε τη δωρεάν εφαρμογή και απολαύστε τις υπηρεσίες του galinos.gr σε κινητό ή tablet
Γνωρίζατε οτι... Μοιραζόμαστε μαζί σας γεγονότα της πορείας του galinos.gr από το 2011 μέχρι σήμερα
 

DALACIN C CAPS 300MG/CAP ΒΤx16(BLIST 2x8)

Ευρετήριο Αναφορές

Σκεύασμα - Αντενδείξεις και ειδικές προφυλάξεις

Εμπορική
DALACIN-C
Μορφή
Καψάκιο σκληρό
Συγκέντρωση
300MG/CAP

Αντενδείξεις

Υπερευαισθησία στην κλινδαμυκίνη ή στην λινκομυκίνη ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1, διαρροϊκά σύνδρομα, ιστορικό κολίτιδας ή εντερίτιδας ή κολίτιδας από αντιβιοτικά.

Το ενέσιμο διάλυμα φωσφορικής κλινδαμυκίνης δεν πρέπει να χορηγείται σε πρόωρα βρέφη ή νεογέννητα λόγω της περιεχόμενης βενζυλικής αλκοόλης (βλ. παράγραφο 4.4).

Προφυλάξεις και προειδοποιήσεις

Προσοχή στη χορήγηση

Να αποφεύγεται η ταχεία ενδοφλέβια χορήγηση (κίνδυνος καρδιακής ανακοπής) και η άπαξ ενδομυϊκή χορήγηση δόσης μεγαλύτερης των 600mg. Η ενδομυϊκή ένεση να διενεργείται βαθιά ενδομυϊκά.

Να χορηγείται με προσοχή σε άτομα που εμφανίζουν αλλεργία σε φάρμακα ή άλλα αλλεργιογόνα.

Ειδικές προειδοποιήσεις

Η ενέσιμη μορφή της φωσφορικής κλινδαμυκίνης περιέχει βενζυλική αλκοόλη (9mg/ml) ως συντηρητικό. Το συντηρητικό βενζυλική αλκοόλη έχει συσχετισθεί με σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες, συμπεριλαμβανομένων του «δυσπνοϊκού συνδρόμου» (Gasping Syndrome) και θανάτου σε παιδιατρικούς ασθενείς.

Παρόλο που οι ενδεδειγμένες θεραπευτικές δόσεις αυτού του προϊόντος παρέχουν, συνήθως, ποσότητες βενζυλικής αλκοόλης, σημαντικά μικρότερες από εκείνες που αναφέρθηκαν σε σχέση με το «δυσπνοϊκό σύνδρομο», η ελάχιστη ποσότητα βενζυλικής αλκοόλης, η οποία ενδέχεται να προκαλέσει τοξικότητα, δεν είναι γνωστή. Ο κίνδυνος τοξικότητας από τη βενζυλική αλκοόλη εξαρτάται από την χορηγηθείσα ποσότητα και την ηπατική ικανότητα χημικής αδρανοποίησής της. Πρόωρα νεογνά και νεογνά με χαμηλό σωματικό βάρος διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο εμφάνισης τοξικότητας. Η βενζυλική αλκοόλη μπορεί να προκαλέσει τοξικές αντιδράσεις και αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις σε βρέφη και παιδιά ηλικίας μέχρι 3 ετών. Απαγορεύεται επίσης η χρήση του σε πρόωρα βρέφη ή νεογέννητα (βλ. παράγραφο 4.3).

Η θεραπεία με αντιβακτηριακούς παράγοντες προκαλεί αλλαγές στη φυσιολογική εντερική χλωρίδα, γεγονός που οδηγεί σε υπερανάπτυξη του Clostridium difficile. Αυτό το γεγονός έχει αναφερθεί με τη χρήση σχεδόν όλων των αντιβακτηριακών παραγόντων, συμπεριλαμβανομένης και της κλινδαμυκίνης. Το Clostridium difficile παράγει τοξίνες Α και Β, οι οποίες συμβάλλουν στην εμφάνιση διάρροιας που σχετίζεται με το παθογόνο Clostridium difficile (CDAD), και αποτελεί την κύρια αιτία της «κολίτιδας εξ αντιβιοτικών».

Είναι σημαντικό, ο ιατρός να υποπτευθεί την CDAD, σε ασθενείς οι οποίοι εμφανίζουν διάρροια μετά από χορήγηση αντιβακτηριακών παραγόντων. Αυτή μπορεί να εξελιχθεί σε κολίτιδα, συμπεριλαμβανομένης της ψευδομεμβρανώδους κολίτιδας (βλ. παράγραφο 4.8), η οποία μπορεί να κυμαίνεται από ήπια έως και θανατηφόρος. Αν πιθανολογείται ή έχει επιβεβαιωθεί διάρροια εξ αντιβιοτικών ή κολίτιδα εξ αντιβιοτικών, η θεραπεία με κλινδαμυκίνη, πρέπει να διακόπτεται και να λαμβάνονται αμέσως τα κατάλληλα θεραπευτικά μέτρα. Τα φάρμακα που αναστέλλουν τον περισταλτισμό δεν ενδείκνυνται σε αυτήν την περίπτωση.

Χρειάζεται να ληφθεί αναλυτικό ιατρικό ιστορικό, διότι έχει αναφερθεί ότι η CDAD μπορεί να εμφανιστεί έως και δύο μήνες μετά τη χορήγηση αντιβακτηριακών παραγόντων.

Η κλινδαμυκίνη δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της μηνιγγίτιδας, καθώς το φάρμακο δεν διαχέεται ικανοποιητικά στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό.

Σε περιπτώσεις παρατεταμένης θεραπείας, πρέπει να ελέγχεται η νεφρική και η ηπατική λειτουργία.

Η χρήση της κλινδαμυκίνης ενδέχεται να έχει ως αποτέλεσμα την υπερανάπτυξη μη ευαίσθητων μικροοργανισμών, ιδίως μυκήτων.

Η φωσφορική κλινδαμυκίνη δεν θα πρέπει να ενίεται ενδοφλεβίως αδιάλυτη, ως ένεση εφόδου (bolus), αλλά θα πρέπει να εγχέεται σε χρόνο μεγαλύτερο από 10-60 λεπτά, σύμφωνα με τις οδηγίες στην παράγραφο 4.2.

Ασυμβατότητες

Τα ακόλουθα φάρμακα είναι φυσικώς ασύμβατα με τη φωσφορική κλινδαμυκίνη: αμπικιλλίνη, νατριούχος φαινυτοΐνη, βαρβιτουρικά, αμινοφυλλίνη, γλυκονικό ασβέστιο και θειικό μαγνήσιο.

Είναι γνωστό ότι η φωσφορική κλινδαμυκίνη είναι φυσικώς και χημικώς συμβατή επί 24 ώρες τουλάχιστον σε υδατικό διάλυμα δεξτρόζης 5% και φυσιολογικό ορό, τα οποία περιέχουν τα ακόλουθα αντιβιοτικά στις συνήθως χορηγούμενες συγκεντρώσεις: θειική αμικασίνη, αζτρεονάμη, ναφική κεφαμανδόλη, νατριούχο κεφαζολίνη, νατριούχο κεφοταξίμη, νατριούχο κεφοξιτίνη, νατριούχο κεφταζιδίμη, νατριούχο κεφτιζοξίμη, θειική γενταμικίνη, θειική νετιλμικίνη, πιπερακιλλίνη και τομπραμυκίνη.

Η συμβατότητα και η διάρκεια της σταθερότητας των μιγμάτων των φαρμάκων ποικίλλει ανάλογα με τη συγκέντρωσή τους και διάφορες άλλες συνθήκες.

Ανεπιθύμητες ενέργειες

Όλες οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρονται στην επισήμανση παρουσιάζονται κατά κατηγορία/οργανικό σύστημα σύμφωνα με το MedDRA. Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρουσιάζονται με σειρά συχνότητας* και στη συνέχεια με σειρά κλινικής σημασίας.

Συχνές ≥1/100 έως <1/10
Όχι συχνές ≥1/1.000 έως <1/100
Σπάνιες ≥1/10.000 έως <1/1.000
Πολύ σπάνιες <1/10000
Συχνότητα μη γνωστή (δεν μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)

Λοιμώξεις και παρασιτώσεις

Συχνές: Ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα

Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος

Όχι συχνές: Ηωσινοφιλία

Συχνότητα μη γνωστή: Ακοκκιοκυτταραιμία, Λευκοπενία, Ουδετεροπενία, Θρομβοπενία

Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος

Συχνότητα μη γνωστή: Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις, Φαρμακευτικό εξάνθημα με ηωσινοφιλία και συστημικά συμπτώματα (DRESS)

Διαταραχές του νευρικού συστήματος

Όχι συχνές: Δυσγευσία

Καρδιακές διαταραχές†

Όχι συχνές: Καρδιοαναπνευστική ανακοπή, Υπόταση

Αγγειακές διαταραχές†

Συχνές: Θρομβοφλεβίτιδα

Διαταραχές του γαστρεντερικού

Συχνές: Διάρροια, Κοιλιακό άλγος

Όχι συχνές: Ναυτία, Έμετος

Συχνότητα μη γνωστή: Οισοφαγίτιδα ‡, Έλκος του οισοφάγου‡

Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων

Συχνές: Δοκιμασία ηπατικής λειτουργίας μη φυσιολογική

Συχνότητα μη γνωστή: Ίκτερος

Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού

Συχνές: Εξάνθημα κηλιδοβλατιδώδες

Όχι συχνές: Κνίδωση

Σπάνιες: Πολύμορφο ερύθημα, Κνησμός

Συχνότητα μη γνωστή: Τοξική επιδερμική νεκρόλυση, Σύνδρομο Stevens Johnson, Αποφολιδωτική δερματίτιδα, Δερματίτιδα πομφολυγώδης, Εξάνθημα ιλαροειδές, Λοίμωξη του κόλπου, Οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση (AGEP)

Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης†

Όχι συχνές: Άλγος, Απόστημα

Συχνότητα μη γνωστή: Ερεθισμός της θέσης ένεσης

* CIOMS III κατηγορίες: Πολύ Συχνές ≥1/10 (≥ 10%), Συχνές ≥1/100 έως <1/10 (≥1% και <10%), Όχι Συχνές ≥1/1.000 έως <1/100 (≥0,1% και <1%), Σπάνιες ≥1/10.000 έως <1/1.000 (≥0,01% και <0,1%), Πολύ Σπάνιες ≥1/10.000 (<0,01%)
† Οι ανεπιθύμητες ενέργειες σχετίζονται μόνο με την ενέσιμη μορφή
‡ Οι ανεπιθύμητες σχετίζονται μόνο με την από του στόματος μορφή

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών

Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω:

Ελλάδα: Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων, Μεσογείων 284, GR-15562, Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: +30 21 32040380/337, Φαξ: +30 21 06549585, Ιστότοπος: http://www.eof.gr

Κύπρος: Φαρμακευτικές Υπηρεσίες, Υπουργείο Υγείας, CY-1475, Λευκωσία, Φαξ: +357 22608649, Ιστότοπος: www.moh.gov.cy/phs

Αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα ή ουσίες

Με αναισθητικά γενικής αναισθησίας ή παράγοντες που προκαλούν νευρομυϊκό αποκλεισμό μπορεί να προκληθεί καταστολή του αναπνευστικού ή και παράλυση (αντιμετωπίζεται με χορήγηση αλάτων ασβεστίου και αντιχολινεστερασικών). Χλωραμφαινικόλη και ερυθρομυκίνη ανταγωνίζονται τη δράση της. Προσροφητικές ουσίες (καολίνης κ.λ.π.) μειώνουν την απορρόφησή της.

Κύηση

Μελέτες τοξικότητας στο αναπαραγωγικό σύστημα σε αρουραίους και κουνέλια, με από του στόματος και υποδόρια χορήγηση, δεν ανέδειξαν επηρεασμένη γονιμότητα ή βλάβη στο έμβρυο που να οφείλονται στην κλινδαμυκίνη, εξαιρουμένων των δόσεων που προκάλεσαν τοξικότητα στη μητέρα. Οι μελέτες αναπαραγωγής στα ζώα δεν προδικάζουν πάντοτε την ανταπόκριση στον άνθρωπο.

Η κλινδαμυκίνη διαπερνά τον πλακούντα στους ανθρώπους. Μετά τη χορήγηση πολλαπλών δόσεων, οι συγκεντρώσεις στο αμνιακό υγρό ήταν περίπου στο 30% των συγκεντρώσεων στο μητρικό αίμα.

Η βενζυλική αλκοόλη μπορεί να διαπεράσει τον πλακούντα (βλ. παράγραφο 4.4).

Σε κλινικές μελέτες σε εγκύους γυναίκες, η συστηματική χορήγηση της κλινδαμυκίνης κατά τη διάρκεια του δεύτερου και τρίτου τριμήνου δεν έχει συσχετιστεί με αυξημένη συχνότητα συγγενών ανωμαλιών. Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα από καλά ελεγχόμενες μελέτες σε εγκύους γυναίκες κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της κύησης.

Η κλινδαμυκίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά την εγκυμοσύνη, μόνον όταν είναι σαφώς απαραίτητο.

Γαλουχία

Η από του στόματος και παρεντερικά χορηγούμενη κλινδαμυκίνη έχει αναφερθεί ότι εμφανίσθηκε στο ανθρώπινο μητρικό γάλα σε ποσοστά που κυμαίνονται από 0,7-3,8 μg/ml. Λόγω της ενδεχόμενης εμφάνισης σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών στα θηλάζοντα βρέφη, η κλινδαμυκίνη δεν θα πρέπει να λαμβάνεται από μητέρες που θηλάζουν.

Ικανότητα οδήγησης και χειρισμός μηχανημάτων

Η κλινδαμυκίνη δεν έχει καμία ή έχει ασήμαντη επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανών.