Ένδειξη για Λουσπατερσέπτη
| Κωδικός | I-226656 |
|---|---|
| Φύλο | Χωρίς διάκριση φύλου |
| Ηλικία | Μόνο ενήλικες (18 ετών και άνω) |
| Πρόθεση | Θεραπευτική πρόθεση |
Σύντομη περιγραφή
Η λουσπατερσέπτη ενδείκνυται για χρήση σε ενήλικες για τη θεραπεία της αναιμίας που σχετίζεται με την εξαρτώμενη από μεταγγίσεις και τη μη εξαρτώμενη από μεταγγίσεις βήτα-θαλασσαιμία.
Αγωγές
Για την ένδειξη αυτή, η βιβλιογραφία αναφέρει τις εξής αγωγές:
Υποδόρια – μόνο ενήλικες (18 ετών και άνω) – 1,0 mg/kg μία φορά κάθε 3 εβδομάδες ως δόση έναρξης και μετέπειτα 1,0-1,25 mg/kg κάθε 3 εβδομάδες βάσει ανταπόκρισης του ασθενή
| 1,0 mg/kg μία φορά κάθε 3 εβδομάδες ως δόση έναρξης και μετέπειτα 1,0-1,25 mg/kg κάθε 3 εβδομάδες βάσει ανταπόκρισης του ασθενή | |||||||||||||||||||||||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| Χορήγηση | Υποδόρια, 1 χιλιοστογραμμάρια λουσπατερσέπτη ανά κιλό σωματικού βάρους, μία φορά κάθε 3 εβδομάδες. Στη συνέχεια, υποδόρια, μεταξύ 1 χιλιοστογραμμάρια λουσπατερσέπτη ανά κιλό σωματικού βάρους και 1,25 χιλιοστογραμμάρια λουσπατερσέπτη ανά κιλό σωματικού βάρους, μία φορά κάθε 3 εβδομάδες. |
||||||||||||||||||||||||||
| Λεπτομερής περιγραφή |
Η συνιστώμενη δόση έναρξης της λουσπατερσέπτης είναι 1,0 mg/kg χορηγούμενη μία φορά κάθε 3 εβδομάδες. Εξαρτώμενη από μεταγγίσεις β-θαλασσαιμίαΣε ασθενείς που δεν επιτυγχάνουν ανταπόκριση, η οποία ορίζεται ως μείωση του φορτίου μετάγγισης RBC κατά τουλάχιστον ένα τρίτο μετά από ≥2 διαδοχικές δόσεις (6 εβδομάδες), στην αρχική δόση των 1 mg/kg, η δόση θα πρέπει να αυξηθεί στα 1,25 mg/kg. Η δόση δεν θα πρέπει να αυξηθεί πέραν της μέγιστης δόσης των 1,25 mg/kg κάθε 3 εβδομάδες. Εάν ένας ασθενής χάσει την ανταπόκριση (εφόσον το φορτίο μετάγγισης RBC αυξηθεί και πάλι έπειτα από μια αρχική ανταπόκριση) η δόση θα πρέπει να αυξηθεί κατά ένα επίπεδο δόσης (βλ. Πίνακα 1). Μη εξαρτώμενη από μεταγγίσεις β-θαλασσαιμίαΣε ασθενείς που δεν επιτυγχάνουν ή δεν διατηρούν την ανταπόκριση, η οποία ορίζεται ως αύξηση στην Hb ≥1 g/dL από την τιμή αναφοράς πριν από τη χορήγηση δόσης, μετά από ≥2 διαδοχικές δόσεις (6 εβδομάδες) στο ίδιο επίπεδο δόσης (απουσία μεταγγίσεων, δηλαδή τουλάχιστον 3 εβδομάδες μετά την τελευταία μετάγγιση), η δόση θα πρέπει να αυξηθεί κατά ένα επίπεδο δόσης (βλ. Πίνακα 1). Η δόση δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τη μέγιστη δόση των 1,25 mg/kg κάθε 3 εβδομάδες. Αύξηση στο επόμενο επίπεδο δόσηςΗ αύξηση στο επόμενο επίπεδο δόσης με βάση την τρέχουσα δόση δίνεται παρακάτω. Πίνακας 1. Αύξηση στο επόμενο επίπεδο δόσης για τη β-θαλασσαιμία:
* Ισχύει μόνο για τη μη εξαρτώμενη από μεταγγίσεις β-θαλασσαιμία. Μείωση δόσης και καθυστέρηση δόσηςΣε περίπτωση αύξησης της Hb >2 g/dL εντός 3 εβδομάδων απουσία μετάγγισης σε σύγκριση με την τιμή της Hb στην προηγούμενη δόση, η δόση της λουσπατερσέπτης θα πρέπει να μειωθεί κατά ένα επίπεδο δόσης. Εάν η Hb είναι ≥12 g/dL απουσία μετάγγισης για τουλάχιστον 3 εβδομάδες, η δόση θα πρέπει να καθυστερήσει έως ότου η Hb είναι ≤11 g/dL. Εάν υπάρχει επίσης ταυτόχρονη ταχεία αύξηση της Hb από την τιμή της Hb στην προηγούμενη δόση (>2 g/dL εντός 3 εβδομάδων απουσία μετάγγισης), θα πρέπει να ληφθεί υπόψη μία μείωση δόσης κατά ένα επίπεδο πιο κάτω μετά την καθυστέρηση της δόσης. Η δόση δεν πρέπει να μειωθεί κάτω από τα 0,6 mg/kg. Η μειωμένη δόση κατά τη διάρκεια της θεραπείας με λουσπατερσέπτη δίνεται παρακάτω. Πίνακας 2. Μειωμένη δόση για β-θαλασσαιμία:
* Ισχύει μόνο για τη μη εξαρτώμενη από μεταγγίσεις β-θαλασσαιμία. Τροποποίηση της δόσης λόγω ανεπιθύμητων ενεργειώνΟι οδηγίες για τις διακοπές ή μειώσεις της δόσης λόγω ανεπιθύμητων ενεργειών σχετιζόμενων με τη θεραπεία με λουσπατερσέπτη παρατίθενται στον Πίνακα 3. Πίνακας 3. Οδηγίες τροποποίησης της δόσης:
* Βαθμός 1: ήπια, Βαθμός 2: μέτρια, Βαθμός 3: βαριά και Βαθμός 4: απειλητική για τη ζωή. Παραλειφθείσες δόσειςΣε περίπτωση παράλειψης ή καθυστέρησης της χορήγησης της προγραμματισμένης δόσης, θα πρέπει να χορηγηθεί τη λουσπατερσέπτη στον ασθενή το συντομότερο δυνατό και η δοσολογία να συνεχιστεί σύμφωνα με τη συνταγογράφηση με χρονικό διάστημα τουλάχιστον 3 εβδομάδων μεταξύ των δόσεων. Ασθενείς που παρουσιάζουν απώλεια ανταπόκρισηςΕάν οι ασθενείς παρουσιάσουν απώλεια ανταπόκρισης στο Reblozyl, θα πρέπει να αξιολογηθούν οι αιτιολογικοί παράγοντες (π.χ. αιμορραγικό συμβάν). Εάν αποκλειστούν τα συνήθη αίτια απώλειας αιματολογικής ανταπόκρισης, θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο αύξησης της δόσης όπως περιγράφεται παραπάνω (βλ. Πίνακα 1). ΔιακοπήΗ λουσπατερσέπτη θα πρέπει να διακόπτεται εάν οι ασθενείς δεν παρουσιάσουν μείωση του φορτίου μετάγγισης (για ασθενείς με εξαρτώμενη από μεταγγίσεις β-θαλασσαιμία) ή αύξηση από την αρχική τιμή της Hb απουσία μεταγγίσεων (για ασθενείς με μη εξαρτώμενη από μεταγγίσεις β-θαλασσαιμία) μετά από 9 εβδομάδες θεραπείας (3 δόσεις) στο μέγιστο επίπεδο δόσης, εάν δεν δοθούν εναλλακτικές εξηγήσεις για την ανεπαρκή ανταπόκριση (π.χ. αιμορραγία, χειρουργική επέμβαση, άλλες ταυτόχρονες ασθένειες) ή εάν εμφανιστεί μη αποδεκτή τοξικότητα οποιαδήποτε στιγμή. ΗλικιωμένοιΓια τη λουσπατερσέπτη δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης έναρξης. Διατίθενται περιορισμένα δεδομένα σε ασθενείς με β-θαλασσαιμία ηλικίας ≥60 ετών. |
||||||||||||||||||||||||||
| Ιδιαιτερότητες δοσολογίας |
Το διάλυμα λουσπατερσέπτης θα πρέπει να εγχέεται υποδόρια στον άνω βραχίονα, τον μηρό ή την κοιλιακή χώρα. |
||||||||||||||||||||||||||
Δραστική ουσία
Η λουσπατερσέπτη, ένας παράγοντας ωρίμανσης των ερυθρών αιμοσφαιρίων, είναι μια ανασυνδυασμένη πρωτεΐνη σύντηξης που δεσμεύει επιλεγμένους συνδέτες υπερ-οικογένειας μετασχηματιστικού αυξητικού παράγοντα-β (TGF-β). Με δέσμευση σε συγκεκριμένους ενδογενείς συνδέτες (π.χ. GDF11, ακτιβίνη Β), η λουσπατερσέπτη αναστέλλει τη σήμανση Smad2/3, με αποτέλεσμα την ερυθροειδή ωρίμανση μέσω της διαφοροποίησης των ερυθροειδών προδρόμων (νορμοβλαστών) τελικού σταδίου στον μυελό των οστών.
Αποποίηση ευθυνών: Έχουν γίνει όλες οι προσπάθειες για να εξασφαλιστεί ότι οι πληροφορίες που παρέχονται είναι ακριβείς, ενημερωμένες και πλήρεις, αλλά δεν δίνεται καμία εγγύηση για τον σκοπό αυτό. Η εμφάνιση ένδειξης ή αγωγής για μια νόσο ή ένα σύμπτωμα σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί ως υπόδειξη ότι η αγωγή είναι αποτελεσματική ή κατάλληλη για κάθε συγκεκριμένο ασθενή. Η απουσία μιας ένδειξης ή αγωγής για μια νόσο ή ένα σύμπτωμα σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να αποκλείει την ύπαρξη άλλων κατάλληλων ουσιών και αγωγών. Η Ergobyte Πληροφορική Α.Ε. δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη για οποιαδήποτε πτυχή της υγειονομικής περίθαλψης παρέχεται με τη βοήθεια των πληροφοριών που η ίδια παρέχει.