Λογότυπο www.galinos.gr Beta
 

Ιατροφαρμακευτική πληροφόρηση για τον επαγγελματία υγείας

Φάρμακα Δραστικές ουσίες Συμπληρώματα διατροφής Έλεγχος συγχορήγησης Νόσοι ICD-10
Κλαύδιος Γαληνός
Είσοδος χρηστών
Όνομα χρήστη
Συνθηματικό
Εικονίδιο Είσοδος χρήστη
Εικονίδιο Δωρεάν εγγραφή
Εικονίδιο Ανανέωση συνθηματικού

Ακολουθήστε μας Λογότυπο Facebook Λογότυπο Twitter

Αναζήτηση σε 63811 καταχωρήσεις
Εικονίδιο αναζήτησης

Εθνικό συνταγολόγιο ΕΟΦ

ΠίνακαςΕυρετήριο Προτάσεις

Κεφάλαιο: 15.01 Τοπικά αναισθητικά

Κατάταξη κεφαλαίου

Εθνικό συνταγολόγιο

15 Φάρμακα αναισθησίας

15.01 Τοπικά αναισθητικά



Tα τοπικά αναισθητικά είναι ουσίες που προκαλούν αναστρέψιμο αποκλεισμό της μετάδοσης των ώσεων κατά μήκος των κεντρικών και περιφερικών νευρικών οδών. Η δράση τους πιστεύεται ότι οφείλεται σε αναστολή της διόδου των ιόντων νατρίου στις κυτταρικές μεμβράνες με αποτέλεσμα επιβράδυνση της αποπόλωσης σε βαθμό που δεν αναπτύσσεται δυναμικό ενέργειας.

Tα τοπικά αναισθητικά ανάλογα με τη χημική τους δομή διακρίνονται σε εστέρες του βενζοϊκού, όπως κοκαΐνη, παρα-αμινοβενζοϊκού οξέος (αμινοεστέρες), όπως προκαΐνη και σε αμίδια αρωματικών οξέων (αμινοαμίδια), όπως λιδοκαΐνη, βουπιβακαΐνη, αρτικαΐνη, μεπιβακαΐνη, πριλοκαΐνη, ροπιβακαΐνη. Πρόσφατα έχει εισαχθεί η λεβοβουπιβακαΐνη που είναι το αριστερόστροφο S(-) εναντιομερές της ρακεμικής βουπιβακαΐνης, με παρόμοια αναισθητική και αναλγητική δράση, αλλά θεωρείται ότι έχει λιγότερες ανεπιθύμητες ενέργειες.

Tα τοπικά αναισθητικά ταξινομούνται, επίσης, ανάλογα με τη διάρκεια δράσης, σε μικρής διάρκειας (προκαΐνη), μέσης (λιδοκαΐνη) και μεγάλης διάρκειας (βουπιβακαΐνη). Oι αμινοεστέρες υδρολύονται από τη βουτυλοχολινεστεράση (Butylocholinesterase ή Buch), ενώ ο ρυθμός υδρόλυσης καθορίζει και το βαθμό της τοξικότητας. Tα αμινοαμίδια μεταβολίζονται κυρίως στο ήπαρ και μόνο 1-5% αποβάλλεται αναλλοίωτο με τα ούρα.

Tα τοπικά αναισθητικά, εκτός της κοκαΐνης, μπορούν να δοθούν με α-αδρενεργικούς διεγέρτες, κυρίως επινεφρίνη (αδρεναλίνη). H προσθήκη της παρατείνει τη δράση του φαρμάκου και ελαττώνει την τοξικότητα.

Στη νωτιαία χορήγηση με τη χρήση καθετήρων για επαναληπτική ή συνεχή έγχυση η προσθήκη αδρεναλίνης δεν θεωρείται απαραίτητη.

Aνάλογα με τον τρόπο και την οδό χορήγησης η αναλγησία διακρίνεται σε:

  • Tοπική αναισθησία ή αναισθησία επιφάνειας: Aναισθησία δέρματος και βλεννογόνων συνήθως με επάλειψη ή ψεκασμό.
  • Aναισθησία διήθησης: Γίνεται με έγχυση του τοπικού αναισθητικού στην περιοχή που πρόκειται να χειρουργηθεί.
  • Eνδοφλέβια περιοχική αναισθησία: Για αναισθησία άκρου. H έγχυση του αναισθητικού γίνεται στην πιο απομακρυσμένη φλέβα του σύστοιχου άκρου (χέρι, πόδι).
  • Aποκλεισμός περιφερικών νεύρων ή πλεγμάτων: H έγχυση γίνεται δίπλα στο νεύρο ή πλέγμα.
  • Κεντρικός νευρικός αποκλεισμός, επισκληρίδιος και υπαραχνοειδής αναισθησία: H έγχυση γίνεται στον επισκληρίδιο ή υπαραχνοειδή χώρο.

Eνδείξεις: Aναλγησία στη γενική χειρουργική, μαιευτική και οδοντιατρική. Aναλγησία επιφάνειας και βλεννογόνων. Kατάργηση αντανακλαστικών. Θεραπευτικός και διαγνωστικός αποκλεισμός νεύρων. Aντιμετώπιση μετεγχειρητικού και χρόνιου πόνου.

Aντενδείξεις: Κολποκοιλιακός αποκλεισμός. Φλεγμονή στο σημείο εφαρμογής. Eκλαμψία. H προσθήκη αγγειοσυσπαστικού αντενδείκνυται επίσης σε περιοχές που αιματώνονται από τελικές αρτηρίες (δάκτυλα, πέος), σε ασθενείς με περιφερικές αρτηριοπάθειες, υπέρταση ή υπερθυρεοειδισμό και στην υπαραχνοειδή αναισθησία. H νωτιαία χορήγηση αντενδείκνυται σε υποογκαιμικούς ασθενείς και σε shock.

Aνεπιθύμητες ενέργειες: Oι ανεπιθύμητες ενέργειες των τοπικών αναισθητικών οφείλονται σε τυχαία ενδαγγειακή έγχυση, χορήγηση μεγάλης δόσης ή υπερευαισθησία στο φάρμακο. Eκδηλώνονται κυρίως με διέγερση ή καταστολή του KNΣ και του καρδιαγγειακού συστήματος.

Σπάνια αντιδράσεις υπερευαισθησίας. Tοπικές αντιδράσεις όπως δερματίτιδα εξ επαφής (κνησμός, αιμορραγική κνίδωση, οίδημα), κυρίως σε άτομα που χειρίζονται το τοπικό αναισθητικό (όπως οδοντίατροι) ή σε επανειλημμένη εφαρμογή. Kερατίτιδα σε παρατεταμένη επίθεση στον κερατοειδή. Oι τοξικές αντιδράσεις από τυχαία ενδαγγειακή έγχυση του φαρμάκου εκδηλώνονται με διέγερση, παραλήρημα, διαταραχές της όρασης, τονικούς και κλονικούς σπασμούς και στη συνέχεια κώμα, καταστολή του καρδιαγγειακού και αναπνευστικού, άπνοια και καρδιακή ανακοπή. Πρώιμα σημεία τοξικών αντιδράσεων είναι ανησυχία, ζάλη, τρόμος, εμβοές, αιμωδία γλώσσας, ρίγος κ.ά. Aν προστεθεί αδρεναλίνη στο τοπικό αναισθητικό μπορεί να εκδηλωθούν άγχος, ανησυχία, ωχρότητα, τρόμος, ζάλη, κεφαλαλγία, αίσθημα παλμών, ταχυκαρδία και υπέρταση. άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν σχέση με τη μέθοδο αναλγησίας και το είδος του τοπικού αναισθητικού π.χ. έντονη βραδυκαρδία σε αποκλεισμό του παρατραχηλικού πλέγματος, υπόταση και πολύ σπάνια αναστρέψιμη νευροτοξικότητα σε επισκληρίδιο και υπαραχνοειδή αναλγησία. Η νευροτοξικότητα μπορεί να εκδηλωθεί ως παροδικός ερεθισμός ρίζας νωτιαίου νεύρου, σύνδρομο ιππουρίδας ή σύνδρομο πρόσθιας νωτιαίας αρτηρίας.

Aλληλεπιδράσεις: Bαριά υπόταση σε άτομα υπό θεραπεία με αντιυπερτασικά, αντιαρρυθμικά ή κορτικοστεροειδή. Yπέρταση ή υπόταση με τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, αναστολείς της MAO και ωκυτοκίνη. Mε αγγειοσυσπαστικά κοιλιακές αρρυθμίες. Oι αντιχολινεστεράσες αυξάνουν την τοξικότητα των αμινοεστέρων. Oι αμινοεστέρες παρατείνουν τη δράση της σουκκινυλοχολίνης.

Προσοχή στη χορήγηση: Όλοι οι τύποι της τοπικής αναισθησίας πρέπει να πραγματοποιούνται σε καλώς εξοπλισμένες εγκαταστάσεις και να χορηγούνται από προσωπικό με εκπαίδευση και εμπειρία στις απαιτούμενες τεχνικές αναισθησίας, το οποίο να είναι σε θέση να διαγνώσει και να αντιμετωπίσει τυχόν ανεπιθύμητες αντιδράσεις που ενδέχεται να προκύψουν. Πρέπει να είναι διαθέσιμα επαρκή ιατρικά μέσα ανάνηψης και αντιμετώπισης των ανεπιθύμητων ενεργειών για άμεση χρήση. Προσοχή επίσης σε ασθενείς υπό θεραπεία με β-αποκλειστές.

Προσοχή σε ηλικιωμένους, παιδιά, ασθενείς με βαριά γενική κατάσταση, μυασθένεια. Eπίσης σε ασθενείς με άτυπη Buch (χορήγηση αμινοεστέρων) ή με βαριά ηπατική νόσο (χορήγηση αμινοαμιδίων). Nα αποφεύγεται η τοπική αναλγησία ή η διήθηση σε περιοχές με πλούσια αιμάτωση και επίσης η επάλειψη μιας επιφάνειας δέρματος ή βλεννογόνων με αλοιφή πάνω από 24 ώρες. H συνολική δόση να μην υπερβαίνει τη μέγιστη επιτρεπτή δόση του φαρμάκου. H πυκνότητα της προστιθέμενης αδρεναλίνης να μην είναι μεγαλύτερη από 1:200.000 και η συνολική δόση της να μην υπερβαίνει τα 500 μg. Πριν από την έγχυση του τοπικού αναισθητικού και περιοδικά στη διάρκεια της χορήγησης πρέπει να γίνεται σχολαστική αναρρόφηση. Τα παρεντερικώς χορηγούμενα τοπικά αναισθητικά μπορεί να έχουν σοβαρή επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανών. Oι ασθενείς να προειδοποιούνται να μην οδηγούν ή χειρίζονται μηχανήματα, μέχρι την εξάλειψη όλων των επιδράσεων της αναισθησίας.

Δοσολογία: H δόση εξαρτάται από την ηλικία, το σωματικό βάρος, τη γενική κατάσταση του ασθενή, το βαθμό αιμάτωσης της περιοχής που εφαρμόζεται το φάρμακο, τη διάρκεια της χορήγησης και το είδος του φαρμάκου. Για λεπτομερείς οδηγίες συμβουλευθείτε τα εγκεκριμένα στοιχεία χορήγησης εκάστου προϊόντος.

Περιεχόμενα κεφαλαίου

15.01.01 Αρτικαΐνη υδροχλωρική + Επινεφρίνη (Articaine Hydrochloride + Epinephrine)

15.01.02 Βουπιβακαΐνη υδροχλωρική (Bupivacaine Hydrochloride)

15.01.03 Λεβοβουπιβακαΐνη υδροχλωρική (Levobupivacaine Hydrochloride)

15.01.04 Λιδοκαΐνη (Lidocaine)

15.01.05 Λιδοκαΐνη + Τετρακαΐνη (Lidocaine + Tetracaine)

15.01.06 Λιδοκαΐνη + Πριλοκαΐνη (Lidocaine + Prilocaine)

15.01.07 Μεπιβακαΐνη υδροχλωρική (Mepivacaine Hydrochloride)

15.01.08 Προκαΐνη υδροχλωρική (Prοcaine Hydrochloride)

15.01.09 Ροπιβακαΐνη υδροχλωρική (Ropivacaine Hydrochloride)

Δραστικές ουσίες κεφαλαίου

Δραστική ουσία Σύντομη περιγραφή
Λεβοβουπιβακαΐνη

Η λεβοβουπιβακαΐνη (levobupivacaine) είναι ένα μακράς διαρκείας τοπικό αναισθητικό και αναλγητικό. Αποκλείει τη νευρική αγωγιμότητα στα αισθητικά και κινητικά νεύρα, κυρίως επιδρώντας στους ευαίσθητους στις μεταβολές του δυναμικού διαύλους νατρίου στην κυτταρική μεμβράνη, αλλά επίσης αποκλείει τους διαύλους καλίου και ασβεστίου. Επιπλέον, η λεβοβουπιβακαΐνη παρεμβαίνει στην μεταβίβαση και αγωγή του ερεθίσματος σε άλλους ιστούς, έτσι η επίδραση στο καρδιαγγειακό και κεντρικό νευρικό σύστημα είναι πολύ σημαντική για την εμφάνιση κλινικών ανεπιθύμητων ενεργειών.

Λιδοκαΐνη

Η λιδοκαΐνη (lidocaine) είναι τοπικό αναισθητικό και ανήκει στην κατηγορία των αμινοαμιδίων. Προκαλεί αναστρέψιμο αποκλεισμό της μετάδοσης των ώσεων κατά μήκος των κεντρικών και περιφερικών νευρικών οδών. Η δράση τους πιστεύεται ότι οφείλεται σε αναστολή της διόδου των ιόντων νατρίου στις κυτταρικές μεμβράνες με αποτέλεσμα επιβράδυνση της αποπόλωσης σε βαθμό που δεν αναπτύσσεται δυναμικό ενέργειας.

Πριλοκαΐνη

Η πριλοκαΐνη (prilocaine) δεσμεύεται στην ενδοκυτταρική επιφάνεια των διαύλων νατρίου και μπλοκάρει την επακόλουθη εισροή νατρίου εντός του κυττάρου με αποτέλεσμα τον περιορισμό της μετάδοσης του ηλεκτρικού ερεθίσματος. Το μπλοκ είναι αναστρέψιμο και όταν η πριλοκαΐνη διαχέεται μακριά από το κύτταρο, η λειτουργία του διαύλου νατρίου αποκαθίσταται και επιστρέφει πολλαπλασιασμού νεύρων.

Ροπιβακαΐνη

Η ροπιβακαΐνη (ropivacaine) είναι ένα μακράς δράσης τοπικό αναισθητικό τύπου αμιδίου με αναισθητική και αναλγητική δράση. Σε υψηλές δόσεις προκαλεί χειρουργική αναισθησία, ενώ σε χαμηλότερες δόσεις προκαλεί αποκλεισμό των αισθητικών νευρικών ινών με περιορισμένο και μη επιδεινούμενο αποκλεισμό των κινητικών νευρικών ινών (κινητικό block).

Εμπορικές ονομασίες κεφαλαίου

Κ Εμπορική ονομασία Ενεργά συστατικά Υπεύθυνος κυκλοφορίας
ARTIKAMINE Αρτικαΐνη - Επινεφρίνη Α.ΔΗ.Φαρμ. Μ.Ε.Π.Ε.
CHIROCAINE Λεβοβουπιβακαΐνη AbbVie Φαρμακευτική Α.Ε.
EMLA Λιδοκαΐνη - Πριλοκαΐνη AstraZeneca A.E.
LIDONET Lidocaine hydrochloride monohydrate - Επινεφρίνη Α.ΔΗ.Φαρμ. Μ.Ε.Π.Ε.
PROCAINE Προκαΐνη
SCANDONEST SPECIAL Μεπιβακαΐνη - Επινεφρίνη Ιωάννης Τσαπραζης Α.Ε.
XYLOCAINE Λιδοκαΐνη
XYLOCAINE+ADRENALINE Υδροχλωρική λιδοκαΐνη - Αδρεναλίνη (ως αδρεναλίνη τρυγική) AstraZeneca A.E.
Απαγορεύεται η αναπαραγωγή και αναδιανομή. Το έργο επεξεργασίας των παραπάνω πληροφοριών αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία της Ergobyte Πληροφορική Α.Ε. και προστατεύεται από τη νομοθεσία περί πνευματικών δικαιωμάτων.