Λογότυπο www.galinos.gr Beta
 

Ιατροφαρμακευτική πληροφόρηση για τον επαγγελματία υγείας

Φάρμακα Δραστικές ουσίες Συμπληρώματα διατροφής Έλεγχος συγχορήγησης Νόσοι ICD-10
Κλαύδιος Γαληνός
Είσοδος χρηστών
Όνομα χρήστη
Συνθηματικό
Εικονίδιο Είσοδος χρήστη
Εικονίδιο Δωρεάν εγγραφή
Εικονίδιο Ανανέωση συνθηματικού

Ακολουθήστε μας Λογότυπο Facebook Λογότυπο Twitter

Αναζήτηση σε 63811 καταχωρήσεις
Εικονίδιο αναζήτησης

Εθνικό συνταγολόγιο ΕΟΦ

ΠίνακαςΕυρετήριο Προτάσεις

Κεφάλαιο: 04.06.01 Αντιπαρκινσονικά

Κατάταξη κεφαλαίου

Εθνικό συνταγολόγιο

04 Φάρμακα παθήσεων κεντρικού νευρικού συστήματος

04.06 Φάρμακα χορηγούμενα σε παρκινσονισμό και συναφείς παθήσεις

04.06.01 Αντιπαρκινσονικά



Tα φάρμακα που χρησιμοποιούνται στον παρκινσονισμό (ιδιοπαθή ή δευτεροπαθή) τα διακρίνουμε σε δύο κατηγορίες:

Στην κατηγορία των φαρμάκων με ντοπαμινεργική δράση περιλαμβάνονται:

α) η λεβοντόπα ως θεραπεία υποκατάστασης, διότι μετατρέπεται με αποκαρβοξυλίωση σε ντοπαμίνη, μόνη ή συνήθως σε συνδυασμό με περιφερικό αναστολέα της ντοπα-αποκαρβοξυλάσης όπως η βενσεραζίδη και η καρβιντόπα,

β) η αμανταδίνη που αρχικά χρησιμοποιήθηκε ως αντιικός παράγων για την προφύλαξη από τον ιό A2 της γρίππης και που ο ακριβής μηχανισμός της ντοπαμινεργικής της δράσης παραμένει άγνωστος,

γ) οι ντοπαμινεργικοί αγωνιστές βρωμοκρυπτίνη, εντακαπόνη, ροπινιρόλη, πραμιπεξόλη, διυδροεργοκρυπτίνη, απομορφίνη, ροτιγοτίνη,

δ) η σελεγιλίνη και η ρασαγιλίνη, αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης τύπου Β, που ενισχύουν τη δράση της ντοπαμίνης και της λεβοντόπα και

ε) η εντακαπόνη, αναστολέας της κατεχολ-Ο-μεθυλο τρανσφεράσης (COMT), που χρησιμοποιείται μόνο με τον συνδυασμό λεβοντόπα/βενσεραζίδη ή λεβοντόπα/καρβιντόπα.

O συνδυασμός των αντιπαρκινσονικών φαρμάκων έχει συνεργικό αποτέλεσμα. H επιλογή των φαρμάκων μπορεί να γίνει ανάλογα με την επικρατούσα συμπτωματολογία (βραδυκινησία, υπερτονία, τρόμος), καθώς και τη βαρύτητα της κατάστασης. Eπίσης ανάλογα και με την αιτιολογία του παρκινσονισμού (ιδιοπαθής, φαρμακευτικός, κλπ). H θεραπεία πρέπει να αρχίζει με μικρές δόσεις και να εξατομικεύεται.

H θεραπεία εκλογής για τον ιδιοπαθή παρκινσονισμό είναι η θεραπεία υποκατάστασης με λεβοντόπα της ανεπάρκειας των βασικών γαγγλίων στο νευρομεταβιβαστή «ντοπαμίνη». Στο μετεγκεφαλιτιδικό παρκινσονισμό η λεβοντόπα είναι λιγότερο δραστική, ενώ πρέπει να αποφεύγεται η χορήγησή της σε φαρμακευτικό παρκινσονισμό.

Έχουν υπάρξει αναφορές πνευμονικής, περικαρδιακής και οπισθοπεριτοναϊκής ίνωσης και περικαρδιακής και πλευριτικής συλλογής σε παρκινσονικούς ασθενείς που έλαβαν ντοπαμινεργικούς αγωνιστές της ομάδας των παραγώγων της ερυσιβώδους όλυρας (π.χ. βρωμοκρυπτίνη). Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για τυχόν συμπτώματα ίνωσης και εάν απαιτηθεί να διενεργούνται κατάλληλες ακτινολογικές και εργαστηριακές εξετάσεις. Εάν αναπτυχθεί ίνωση, η αγωγή πρέπει να διακόπτεται.

Ένα περίεργο και ενδιαφέρον εύρημα σε ασθενείς που έλαβαν αγωνιστές ντοπαμίνης για τη θεραπεία της νόσου του Parkinson, ιδιαίτερα σε υψηλές δόσεις, είναι η εκδήλωση σημείων παθολογικής έξης προς τυχερά παίγνια και αυξημένη γενετήσια/σεξουαλική επιθυμία, που ήταν γενικά αναστρέψιμα με τη μείωση της δόσης ή τη διακοπή της αγωγής.

Η χρήση λεβοντόπα (και των συνδυασμών της) και αγωνιστών της ντοπαμίνης έχει συσχετισθεί με υπνηλία και επεισόδια αιφνίδιας έναρξης ύπνου, κυρίως σε ασθενείς με νόσο του Parkinson. Πολύ σπάνια έχει αναφερθεί αιφνίδια έναρξη ύπνου κατά τη διάρκεια καθημερινών δραστηριοτήτων, σε μερικές περιπτώσεις χωρίς να γίνει αντιληπτή ή χωρίς προειδοποιητικές ενδείξεις. Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερωθούν για την παρενέργεια αυτή και να τους δοθούν οδηγίες να είναι προσεκτικοί όταν οδηγούν ή χειρίζονται μηχανήματα κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Οι ασθενείς οι οποίοι παρουσίασαν υπνηλία και/ή επεισόδιο αιφνίδιας έναρξης ύπνου, πρέπει να απέχουν από την οδήγηση ή το χειρισμό μηχανημάτων μέχρις ότου διακοπεί η επανεμφάνιση τέτοιων συμπτωμάτων.

αντιχολινεργικά φάρμακα έχουν ηπιότερη δράση γιαυτό και προτιμώνται σε περιπτώσεις με ελαφρές εκδηλώσεις και επιλέγονται για τη θεραπεία του φαρμακευτικού καθώς και του μετεγκεφαλιτιδικού παρκινσονισμού. H δράση τους πιστεύεται ότι συνίσταται στην καταστολή της κεντρικής χολινεργικής υπερδραστηριότητας, ως αποτέλεσμα της έλλειψης ντοπαμίνης. H λεβοντόπα έχει καλύτερη δράση στη βραδυκινησία και τη δυσκαμψία, ενώ τα αντιχολινεργικά στον τρόμο και τη δυσκαμψία. Θα πρέπει να τονιστεί πως κατά την εγκυμοσύνη πρέπει να αποφεύγεται η χορήγηση αντιπαρκινσονικών φαρμάκων, ιδιαιτέρως κατά το πρώτο τρίμηνο, καθώς και κατά τη γαλουχία.

Oι ανεπιθύμητες ενέργειες των αντιχολινεργικών φαρμάκων, ιδίως η σύγχυση, είναι πιο έκδηλες σε άτομα μεγάλης ηλικίας. H παρεντερική χορήγηση των αντιχολινεργικών φαρμάκων πρακτικώς γίνεται μόνο σε οξείες φαρμακευτικές δυστονίες.

Περιεχόμενα κεφαλαίου

04.06.01.01 Φάρμακα με ντοπαμινεργική δράση (ντοπαμινεργικά)

04.06.01.02 Φάρμακα με αντιχολινεργική δράση (αντιχολινεργικά)

Απαγορεύεται η αναπαραγωγή και αναδιανομή. Το έργο επεξεργασίας των παραπάνω πληροφοριών αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία της Ergobyte Πληροφορική Α.Ε. και προστατεύεται από τη νομοθεσία περί πνευματικών δικαιωμάτων.