Κλαύδιος Γαληνός
Δωρεάν εγγραφή Αποκτήσετε πρόσβαση σε όλες τις πληροφορίες και τα εργαλεία του galinos.gr για έναν μήνα
Γαληνός Office Χρησιμοποιήστε δωρεάν το νέο cloud πρόγραμμα διαχείρισης κάθε σύγχρονου ιατρείου
Έλεγχος συγχορήγησης Ελέγξτε την αγωγή σας για αντενδείξεις και αλληλεπιδράσεις μεταξύ των φαρμάκων
Πρόγραμμα συνδρομητών Μάθετε περισσότερα για τα οφέλη και τις επιπλέον παροχές των συνδρομητικών προγραμμάτων
Γαληνός Mobile Κατεβάστε τη δωρεάν εφαρμογή και απολαύστε τις υπηρεσίες του galinos.gr σε κινητό ή tablet
Γνωρίζατε οτι... Μοιραζόμαστε μαζί σας γεγονότα της πορείας του galinos.gr από το 2011 μέχρι σήμερα
 

CELIBRON SYR 30MG/5ML FLx250 ML

Ευρετήριο Αναφορές

Σκεύασμα - Φαρμακολογικές ιδιότητες

Εμπορική
CELIBRON
Μορφή
Σιρόπι
Συγκέντρωση
30MG/5ML

Φαρμακοδυναμική

Προκλινικά, η υδροχλωρική αμβροξόλη, το δραστικό συστατικό του Celibron έχει δειχθεί ότι αυξάνει τις εκκρίσεις του αναπνευστικού. Ενισχύει την παραγωγή του επιφανειοδραστικού παράγοντα των πνευμόνων και την λειτουργία των κροσσών. Αυτές οι δράσεις έχουν ως αποτέλεσμα τη βελτίωση της ροής και της μεταφοράς της βλέννης (βλεννοκροσσωτή κάθαρση). Βελτίωση της βλεννοκροσσωτής της κάθαρσης έχει δειχθεί σε κλινικές φαρμακολογικές μελέτες. Η αύξηση των εκκρίσεων και της βλεννοκροσσωτής κάθαρσης διευκολύνουν την απόχρεμψη και ανακουφίζουν το βήχα.

Τοπική αναισθητική δράση της υδροχλωρικής αμβροξόλης έχει παρατηρηθεί σε μοντέλο οφθαλμού κόνικλου, το οποίο μπορεί να εξηγηθεί από τις ιδιότητες που έχει στον αποκλεισμό των διαύλων νατρίου.

Έχει αποδειχθεί in vitro ότι η υδροχλωρική αμβροξόλη αποκλείει τους διαύλους νατρίου, η δέσμευση αυτή είναι αναστρέψιμη και εξαρτώμενη από τη συγκέντρωση της ουσίας.

Η απελευθέρωση κυτταροκινών στο αίμα καθώς και τα καθηλωμένα στους ιστούς μονοπύρηνα και πολυμορφοπύρηνα κύτταρα φάνηκε να μειώνονται σημαντικά in vitro από την υδροχλωρική αμβροξόλη.

Σε κλινικές μελέτες σε ασθενείς με πονόλαιμο, ο πόνος στο φάρυγγα και η ερυθρότητα μειώθηκαν σημαντικά.

Μετά τη χορήγηση αμβροξόλης οι συγκεντρώσεις αντιβιοτικών (αμοξυκιλλίνη, κεφουροξίμη, ερυθρομυκίνη) στις βρογχοπνευμονικές εκκρίσεις και στα πτύελα είναι αυξημένες.

Το φάρμακο λόγω της σύνθεσής του είναι κατάλληλο για διαβητικούς.

Φαρμακοκινητική

Απορρόφηση

Φαρμακοκινητικές μελέτες έδειξαν ταχεία απορρόφηση των από του στόματος χορηγούμενων μορφών

άμεσης αποδέσμευσης της υδροχλωρικής αμβροξόλης, με γραμμικότητα στο θεραπευτικό εύρος των

δόσεων. Τα μέγιστα επίπεδά της στο πλάσμα φθάνουν εντός 1 με 2.5 ώρες για τις από του στόματος

μορφές άμεσης αποδέσμευσης και μετά από 6.5 ώρες για τις μορφές βραδείας αποδέσμευσης.

Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα μετά από χορήγηση δισκίου 30mg βρέθηκε ότι είναι 79%. Τα καψάκια

βραδείας αποδέσμευσης παρουσιάζουν σχετική διαθεσιμότητα 95% (κανονικοποιημένη δόση) σε σχέση

με το δισκίο 30mg.

Κατανομή

Η δέσμευση με τις πρωτεΐνες στα θεραπευτικά επίπεδα στο πλάσμα είναι περίπου 90%. Η κατανομή της

αμβροξόλης μετά από του στόματος i.v. και i.m. χορήγηση από το αίμα στους ιστούς είναι ταχεία και οι

μέγιστες συγκεντρώσεις του φαρμάκου παρατηρούνται στους πνεύμονες. Ο όγκος κατανομής μετά από

του στόματος χορήγηση εκτιμήθηκε ότι είναι 552L.

Μεταβολισμός και απομάκρυνση

Περίπου το 30% της από του στόματος χορηγούμενης δόσης απομακρύνεται μέσω του φαινομένου της

πρώτης διόδου.

Μελέτες σε ανθρώπινα ηπατικά μικροσώματα έδειξαν ότι το συνένζυμο CYP3A4 είναι υπεύθυνο για τον

μεταβολισμό της υδροχλωρικής αμβροξόλης σε διβρωμανθρανυλικό οξύ. Η υδροχλωρική αμβροξόλη

μεταβολίζεται κυρίως από το ήπαρ με γλυκουρονιδίωση και μετατροπή σε διβρωμανθρανυλικό οξύ

(περίπου 10% της δόσης) και σε μερικούς ήσσονος σημασίας μεταβολίτες. Εντός 3 ημερών μετά από του

στόματος χορήγηση, περίπου 6% της δόσης βρίσκεται σε ελεύθερη μορφή, ενώ περίπου 26% της δόσης

βρίσκεται στη συζευγμένη μορφή στα ούρα.

Ο χρόνος ημιζωής στο πλάσμα πλησιάζει τις 10 ώρες. Η συνολική κάθαρση κυμαίνεται στα 660mL/min,

με τη νεφρική κάθαρση να αναλογεί σε περίπου 8% της συνολικής κάθαρσης.

Φαρμακοκινητική σε ειδικούς πληθυσμούς

Σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία η απομάκρυνση της υδροχλωρικής αμβροξόλης είναι μειωμένη, με

αποτέλεσμα να εμφανίζονται επίπεδα πλάσματος 1.3 έως 2 φορές υψηλότερα. Λόγω του μεγάλου

θεραπευτικού εύρους του Celibron, δεν είναι απαραίτητες ρυθμίσεις της δοσολογίας.

Άλλα

Η ηλικία και το φύλο δε φάνηκε να επηρεάζει τη φαρμακοκινητική της υδροχλωρικής αμβροξόλης σε

κλινικό επίπεδο και επομένως δεν απαιτείται κάποια ρύθμιση της δόσης.

Η τροφή δεν βρέθηκε ότι επηρεάζει τη βιοδιαθεσιμότητα της υδροχλωρικής αμβροξόλης.

Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Η υδροχλωρική αμβροξόλη έχει χαμηλό δείκτη οξείας τοξικότητας.

Μελέτες επαναλαμβανόμενης δόσης από του στόματος με δόση 150mg/kg/ημέρα σε μύες (4 εβδομάδες) με δόση 50mg/kgAημέρα σε επίμυες (52 και 78 εβδομάδες), με δόση 40mg/kg/ημέρα, σε κόνικλους (26 εβδομάδες) και με δόση 10mg/kg/ημέρα σε σκύλους (52 εβδομάδες) δεν έδειξαν κάποια ευδιάκριτη τοξικότητα σε κάποιο όργανο.

Σε ενδοφλέβιες μελέτες τοξικότητας τεσσάρων εβδομάδων με υδροχλωρική αμβροξόλη χορηγήθηκαν σε επίμυες 4, 16 και 64mg/kg/ημέρα και σε σκύλους χορηγήθηκαν 45, 90 και 120mg/kg/ημέρα (εγχύσεις 3 ωρών/ημέρα) δεν έδειξαν σοβαρή τοπική ή συστηματική τοξικότητα περιλαμβανομένων και ιστοπαθολογικών αλλοιώσεων. Όλες οι ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν αναστρέψιμες.

Η χορήγηση δόσεων υδροχλωρικής αμβροξόλης από του στόματος όταν εξετάστηκε σε δόσεις έως και 3000mg/kg/ημέρα σε επίμυες και 200mg/kg/ημέρα σε κόνικλους δεν έδειξε εμβρυοτοξικές ή τερατογεννετικές δράσεις. Η γονιμότητα αρσενικών και θηλυκών επίμυων δεν επηρεάστηκε με δόσεις έως και 500mg/kg/ημέρα.

Το NOAEL σε μια περιγεννετική και μεταγεννετική μελέτη και ανάπτυξης ήταν 50mg/kg/ημέρα. Δόση υδροχλωρικής αμβροξόλης 500mg/kg/ημέρα σε σκύλους ήταν ελαφρώς τοξική, καθώς εμφάνισαν ελαττωμένο σωματικό βάρος.

Μελέτες γονοτοξικότητας τόσο in vitro (δοκιμασία Ames και δοκιμασία χρωμοσωμικών ανωμαλιών) όσο και in vivo (δοκιμασία μικροπυρήνων μυών) δεν έδειξαν μεταλλαξιογόνο δράση της υδροχλωρικής αμβροξόλης.

Η υδροχλωρική αμβροξόλη δεν έδειξε ογκογενετικό δυναμικό σε μελέτες καρκινογένεσης σε μύες (50, 200 και 800mg/kg/ημέρα) και επίμυες (65, 250 και 1000mg/kg/ημέρα), η διάρκεια των μελετών ήταν 105 και 116 εβδομάδες αντίστοιχα.