Κλαύδιος Γαληνός
Δωρεάν εγγραφή Αποκτήσετε πρόσβαση σε όλες τις πληροφορίες και τα εργαλεία του galinos.gr για έναν μήνα
Γαληνός Office Χρησιμοποιήστε δωρεάν το νέο cloud πρόγραμμα διαχείρισης κάθε σύγχρονου ιατρείου
Έλεγχος συγχορήγησης Ελέγξτε την αγωγή σας για αντενδείξεις και αλληλεπιδράσεις μεταξύ των φαρμάκων
Πρόγραμμα συνδρομητών Μάθετε περισσότερα για τα οφέλη και τις επιπλέον παροχές των συνδρομητικών προγραμμάτων
Γαληνός Mobile Κατεβάστε τη δωρεάν εφαρμογή και απολαύστε τις υπηρεσίες του galinos.gr σε κινητό ή tablet
Γνωρίζατε οτι... Μοιραζόμαστε μαζί σας γεγονότα της πορείας του galinos.gr από το 2011 μέχρι σήμερα
 

β-Αδρενεργικοί αποκλειστές

Ευρετήριο Αναφορές

Εθνικό συνταγολόγιο, κεφάλαιο 02.04

Κοινό χαρακτηριστικό αυτών των φαρμάκων είναι ο αποκλεισμός των β-αδρενεργικών υποδοχέων. Σήμερα είναι διαθέσιμοι αρκετοί β-αδρενεργικοί αποκλειστές που σε γενικές γραμμές είναι εξίσου δραστικοί.

Ωστόσο μεταξύ τους έχουν διαφορές που μπορεί να επηρεάσουν την επιλογή του φαρμάκου που θα χρησιμοποιηθεί για τη θεραπεία συγκεκριμένης νόσου ή ενός ασθενή.

Η ενδογενής συμπαθητικομιμητική δράση εκφράζει την ικανότητα ενός αδρενεργικού αποκλειστή τόσο να διεγείρει όσο και να αναστέλλει αδρενεργικούς υποδοχείς. Η οξπρενολόλη, η σελιπρολόλη και η πινδολόλη έχουν ενδογενή συμπαθητικομιμητική δράση και προκαλούν μικρότερου βαθμού βραδυκαρδία και ψυχρότητα στα κάτω άκρα σε σύγκριση με άλλους β-αποκλειστές. Η βηταξολόλη και η βισοπρολόλη δεν εμφανίζουν ενδογενή συμπαθητικομιμητική δράση.

Μερικοί β-αποκλειστές είναι λιποδιαλυτοί ενώ άλλοι είναι υδατοδιαλυτοί. Η ατενολόλη, η σελιπρολόλη, η ναδολόλη και η σοταλόλη είναι οι κατεξοχήν υδατοδιαλυτοί. Ως εκ τούτου είναι λιγότερο πιθανό να εισέλθουν στον εγκέφαλο και έτσι προκαλούν λιγότερες διαταραχές του ύπνου και εφιάλτες. Οι υδατοδιαλυτοί β-αποκλειστές απεκκρίνονται από τους νεφρούς και συσσωρεύονται σε περιπτώσεις νεφρικής ανεπάρκειας. Ως αποτέλεσμα σε αυτές τις περιπτώσεις απαιτείται μείωση της δόσης τους. Πρέπει να αποφεύγεται η χορήγηση β-αποκλειστών σε ασθενείς με 2ου ή 3ου βαθμού κολποκοιλιακό αποκλεισμό. Σε καρδιακή ανεπάρκεια απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή. Κατά την έναρξη της αγωγής ενδέχεται να παρατηρηθεί επιδείνωση της καρδιακής ανεπάρκειας. Αν αυτή η εξέλιξη αποφευχθεί με πολύ μικρές δόσεις, η συνέχιση με μεγαλύτερες μπορεί να συνοδεύεται από βελτίωση τόσο ως προς τη συμπτωματολογία όσο και ως προς την επιβίωση. Ενδείξεις για τέτοια δράση υπάρχουν έως τώρα για ορισμένους β-αποκλειστές (βλ. κατωτέρω λήμματα ενδείξεων ανά δραστική ουσία). Η σοταλόλη είναι πιθανό να επιμηκύνει το διάστημα QT και έχει προκαλέσει σε μερικές περιπτώσεις κοιλιακές αρρυθμίες επικίνδυνες για τη ζωή.

Η καρβεδιλόλη, η νεμπιβολόλη και η σελιπρολόλη είναι β-αποκλειστές που επιπρόσθετα προκαλούν αγγειοδιαστολή των αρτηριολίων και μειώνουν με αυτόν τον τρόπο τις περιφερικές αντιστάσεις. Δεν υπάρχει απόδειξη ότι αυτά τα φάρμακα πλεονεκτούν σημαντικά των υπολοίπων β-αποκλειστών στην αντιμετώπιση της αρτηριακής υπέρτασης.

Η χορήγηση β-αποκλειστών πρέπει να αποφεύγεται, σε άτομα με ιστορικό βρογχικού άσθματος ή χρόνιας αποφρακτικής πνευμονοπάθειας, εκτός αν δεν υπάρχει εναλλακτική θεραπεία, οπότε χορηγούνται με εξαιρετική προσοχή. Μερικοί β-αποκλειστές όπως η ατενολόλη, η βηταξολόλη, η βισοπρολόλη και η μετοπρολόλη έχουν μικρότερη δράση στους β2-υποδοχείς (βρογχικούς) και ως εκ τούτου είναι σχετικά, όχι όμως απόλυτα, καρδιοεκλεκτικοί. Αυτοί οι β-αποκλειστές προκαλούν βρογχόσπασμο σε μικρότερο βαθμό, χωρίς όμως να είναι απαλλαγμένοι εντελώς από αυτήν την ανεπιθύμητη ενέργεια.

Οι ενδείξεις των β-αποκλειστών γενικώς είναι οι ακόλουθες (συμβουλευθείτε τους εγκεκριμένους όρους χορήγησης εκάστου φαρμάκου):

1. Στεφανιαία νόσος

α) Στηθάγχη: Οι β-αποκλειστές αυξάνουν την αντοχή στην προσπάθεια. Μπορούν να συνδυασθούν με νιτρώδη και με ανταγωνιστές του ασβεστίου. Υπάρχουν ενδείξεις ότι απότομη διακοπή τους προκαλεί επιδείνωση της στηθάγχης. Υπάρχει κίνδυνος να προκληθεί καρδιακή ανεπάρκεια όταν β-αποκλειστές χορηγηθούν μαζί με βεραπαμίλη σε ασθενείς με γνωστή στεφανιαία νόσο.

β) έμφραγμα μυοκαρδίου: Πολλές μελέτες έχουν δείξει ότι μερικοί β-αποκλειστές μπορούν να προκαλέσουν μείωση των επανεμφραγμάτων στους ασθενείς που έχουν υποστεί έμφραγμα μυοκαρδίου. Στην οξεία φάση του εμφράγματος η αρχική ενδοφλέβια χορήγηση ατενολόλης ή μετοπρολόλης αρχικά και στη συνέχεια από το στόμα μπορεί να ελαττώσει την πρώιμη θνητότητα. Επίσης η προπρανολόλη και η μετοπρολόλη όταν χορηγούνται ήδη από την πρώιμη φάση της αποκατάστασης συνεπάγονται μείωση της θνητότητας.

2. Υπέρταση

Ορισμένοι θεωρούν τους β-αποκλειστές ως φάρμακα πρώτης εκλογής. Είναι ασθενή αντιυπερτασικά και συνήθως απαιτούν συνδυασμό με άλλα φάρμακα (π.χ. διουρητικά). Ο συνδυασμός αυτός χορηγείται μόνον όταν η υπέρταση δεν μπορεί να ελεγχθεί επαρκώς με μονοθεραπεία.

3. Αρρυθμίες

Οι β-αποκλειστές είναι αντιαρρυθμικά φάρμακα. Προκαλούν βραδυκαρδία και μειώνουν τον αυτοματισμό των έκτοπων εστιών. Η σοταλόλη ειδικά, έχει επιπλέον δράση αντιαρρυθμικού της τάξης ΙΙΙ. Οι β-αποκλειστές χορηγούνται για τον έλεγχο της φλεβοκομβικής ταχυκαρδίας και, συνήθως σε συνδυασμό με δακτυλίτιδα, της ταχυκαρδίας από κολπική μαρμαρυγή, ιδίως σε υπερθυρεοειδισμό. Χορηγούνται επίσης σε αρρυθμίες που έχουν σχέση με διέγερση του συμπαθητικού ή στεφανιαία νόσο. Είναι επίσης χρήσιμοι σε μερικές περιπτώσεις με σύνδρομο μακρού QT (ιδίως στην οικογενή παραλλαγή του συνδρόμου).

4. Υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια

5. Υπερθυρεοειδισμός ιδίως με έντονες καρδιακές εκδηλώσεις

6. Καρδιακή ανεπάρκεια

Έναρξη με μικρές δόσεις και προοδευτική αύξηση.

7. Προφύλαξη από ημικρανία

βλ. κεφ. 04.07.02 .

8. Αγχος με σωματικά συμπτώματα όπως αίσθημα παλμών και τρόμος

βλ. κεφ. 04.01.01.02 .

9. Χρήση σε oφθαλμικές παθήσεις

βλ. κεφ. 11.04.03 .

Γενικώς οι β-αποκλειστές γίνονται καλά ανεκτοί. Μπορούν όμως να επιτείνουν σε επικίνδυνο βαθμό την καρδιακή ανεπάρκεια αν δεν ληφθούν κατάλληλα μέτρα, τον κολποκοιλιακό αποκλεισμό και το βρογχικό άσθμα. Σε καρδιακή ανεπάρκεια, εφόσον είναι απαραίτητοι, μπορούν να δοκιμαστούν με μεγάλη προσοχή οι β-αποκλειστές με ενδογενή συμπαθητικομιμητική δράση. Οι ίδιοι, καθώς και οι καρδιοεκλεκτικοί, μπορούν να δοκιμασθούν με προσοχή σε βρογχικό άσθμα (αν είναι απολύτως απαραίτητοι). Απότομη διακοπή τους σε στεφανιαία νόσο ενδέχεται να προκαλέσει επίταση της νόσου. Οι ουσίες προπρανολόλη, οξπρενολόλη και πινδολόλη διέρχονται τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό και μπορούν να προκαλέσουν εφιαλτικά όνειρα, ή, σπανιότατα, ψευδαισθήσεις. Η χορήγηση β-αποκλειστών σε φαιοχρωμοκύτωμα χωρίς τη σύγχρονη χορήγηση ενός α-αποκλειστή, μπορεί να προκαλέσει επικίνδυνες υπερτασικές κρίσεις.

Περιεχόμενα κεφαλαίου

Δραστικές ουσίες κεφαλαίου

Δραστική ουσία
Σύντομη περιγραφή

H ατενολόλη (atenolol) είναι β-αδρενεργικός αναστολέας με καρδιοεκλεκτική δράση (δράση β1) και χρησιμοποιείται στην αντιμετώπιση της αυξημένης αρτηριακής πίεσης και στις καρδιακές αρρυθμίες. H ατενολόλη στερείται επίσης ενδογενούς συμπαθητικομιμητικής και σταθεροποιητικής δράσης επί της κυτταρικής μεμβράνης. Όπως και οι άλλοι β-αναστολείς, η ατενολόλη έχει αρνητική ινότροπο δράση.

Η βηταξολόλη είναι ένας β1-αδρενεργικός (καρδιοεκλεκτικός) αποκλειστής που δεν εμφανίζει δράση σταθεροποίησης της μεμβράνης (τοπική αναισθησία) και δεν έχει ενδογενή συμπαθομιμητική δράση. Ο μηχανισμός δράσης της βηταξολόλης φαίνεται να είναι η μείωση της παραγωγής υδατοειδούς υγρού όπως προκύπτει από τονογραφικές μελέτες και από τη φθοριοφωτομετρία του υδατοειδούς.

Η βισοπρολόλη (bisoprolol) είναι ένας ισχυρός β1εκλεκτικόςαδρενεργικός αποκλειστής, χωρίς εγγενή διεγερτική και σχετική σταθεροποιητική μεμβρανική δράση.

Η καρβεδιλόλη (carvedilol) είναι ένας αγγειοδιασταλτικός μη-εκλεκτικός β-αποκλειστής που μειώνει την περιφερική αγγειακή αντίσταση με εκλεκτικό αποκλεισμό των α1υποδοχέων και καταστέλλει το σύστημα ρενίνηςαγγειοτασίνης με μη-εκλεκτικό β-αποκλεισμό.

Η σελιπρολόλη (celiprolol) προστατεύει την καρδιά από την υπερβολική διέγερση όπως μπορεί να συμβεί σε στηθαγχικούς ασθενείς χωρίς να επηρεάζει αρνητικά τη λειτουργία της σε ηρεμία. Με την ταυτόχρονη περιφερική αγγειοδιασταλτική της δράση η σελιπρολόλη είναι ιδιαίτερα κατάλληλη για τη θεραπεία της υπέρτασης.

Η εσμολόλη (esmolol) είναι ένας εκλεκτικός (καρδιοεκλεκτικός, β1υποδοχέας) αποκλειστής των βαδρενεργικών υποδοχέων με ταχεία έναρξη δράσης, πολύ σύντομη διάρκεια δράσης και χωρίς σημαντική ενδογενή συμπαθητικομιμητική ή σταθεροποιητική της μεμβράνης δράση σε θεραπευτικές δόσεις. Η εσμολόλη αναστέλλει τους β1υποδοχείς που βρίσκονται κυρίως στον καρδιακό μυ, αλλά αυτή η εκλεκτική του δράση δεν είναι απόλυτη και σε υψηλότερες δόσεις αρχίζει να εμφανίζεται αναστολή των β2υποδοχέων που βρίσκονται στους βρόγχους και στο αρτηριακό δίκτυο.

Η λαβηταλόλη (labetalol) συνδυάζει εκλεκτική, ανταγωνιστική αναστολή άλφα-1 αδρενεργικών υποδοχέων και μη εκλεκτική, ανταγωνιστική αναστολή των βήτα αδρενεργικών υποδοχέων. Η κύρια φυσιολογική δράση της λαβηταλόλης είναι η αναστολή των β1 αδρενεργικών υποδοχέων του μυοκαρδίου, η αναστολή των β2 αδρενεργικών υποδοχέων του βρογχικού δέντρου και η αναστολή των β2 και α1 αδρενεργικών υποδοχέωντων λείων μυικών ινών των αγγείων. Αυτές οι επιδράσεις έχουν ως αποτέλεσμα τη μείωση της συστηματικής αρτηριακής πίεσης και της συστηματικής αγγειακής αντίστασης χωρίς ουσιαστική μείωση στην καρδιακή συχνότητα, στην καρδιακή παροχή και τον όγκο παλμού.

H μετοπρολόλη (metoprolol) είναι ένας καρδιοεκλεκτικός β-αναστολέας, παράγωγο των αρυλοξυπροπανολαμινών, δηλ. δρα στους β1υποδοχείς, που είναι εγκατεστημένοι κύρια στην καρδιά σε χαμηλότερες δόσεις από αυτές, που χρειάζονται για να επηρεάσουν τους β2υποδοχείς, που είναι κύρια εγκατεστημένοι στους βρόγχους και στα περιφερικά αγγεία.

Η νεμπιβολόλη (nebivolol) είναι ισχυρός και εκλεκτικός ανταγωνιστής των βήτα υποδοχέων και έχει ήπιες αγγειοδιασταλτικές ιδιότητες, που οφείλονται σε επίδραση στην οδό L-αργινίνης/νιτρικού οξειδίου.

Η οξυπρενολόλη (oxprenolol) είναι ένας μη εκλεκτικός, λιπόφιλος β-αναστολέας που ασκεί συμπαθητικολυτική δράση και εμφανίζει μερική ανταγωνιστική ενέργεια. Η οξπρενολόλη αποκλείει αποτελεσματικά την αρρυθμογόνο δράση των κατεχολαμινών. Καταστέλλει τη δημιουργία ερεθισμάτων στην καρδιά και παρατείνει και την κολποκοιλιακή αγωγιμότητα και την ανερέθιστη περίοδο του κολποκοιλιακού κόμβου.

Η προπρανολόλη (propranolol) είναι ένας μη εκλεκτικός β-αδρενεργικός ανταγωνιστής και αποκλείει τόσο τους β1, όσο και τους β2υποδοχείς. Η προπρανολόλη έχει αρνητική ινότροπη και δρομότροπη δράση κι έτσι μειώνει την καρδιακή παροχή. Καταστέλλει επίσης τη δραστηριότητα του φλεβόκομβου και του κολποκοιλιακού κόμβου, προκαλώντας βραδυκαρδία. Με τον αποκλεισμό των β2υποδοχέων παρεμποδίζεται η αγγεοδιαστολή και προκαλείται σύσπαση των λείων μυικών ινών των βρόγχων (βρογχόσπασμος).

Εμπορικές ονομασίες κεφαλαίου

Κ Εμπορική ονομασία Ενεργά συστατικά Υπεύθυνος κυκλοφορίας
BIVOL Nebivolol hydrochloride Specifar A.B.E.E.
MESONEX Ατενολόλη
NEOCARDON Ατενολόλη GAP Α.Ε.
SYNAROME Ατενολόλη Faran Α.Β.Ε.Ε.
TRASICOR Οξπρενολόλη Novartis Hellas A.Β.Ε.Ε.
VISKEN Πινδολόλη Novartis Hellas A.Β.Ε.Ε.