Λογότυπο www.galinos.gr Beta
 

Ιατροφαρμακευτική πληροφόρηση για τον επαγγελματία υγείας

Φάρμακα Δραστικές ουσίες Συμπληρώματα διατροφής Έλεγχος συγχορήγησης Νόσοι ICD-10
Κλαύδιος Γαληνός
Είσοδος χρηστών
Όνομα χρήστη
Συνθηματικό
Εικονίδιο Είσοδος χρήστη
Εικονίδιο Δωρεάν εγγραφή
Εικονίδιο Ανανέωση συνθηματικού

Ακολουθήστε μας Λογότυπο Facebook Λογότυπο Twitter

Αναζήτηση σε 63811 καταχωρήσεις
Εικονίδιο αναζήτησης

Εθνικό συνταγολόγιο ΕΟΦ

ΠίνακαςΕυρετήριο Προτάσεις

Κεφάλαιο: 09.02.01.02 Βιταμίνη D (Vitamin D)

Κατάταξη κεφαλαίου

Εθνικό συνταγολόγιο

09 Φάρμακα παθήσεων αίματος και θρέψης

09.02 Βιταμίνες

09.02.01 Λιποδιαλυτές βιταμίνες

09.02.01.02 Βιταμίνη D (Vitamin D)



H βιταμίνη D περιέχεται στο έλαιο ήπατος ορισμένων ιχθύων, ενώ κύρια πηγή για τον άνθρωπο αποτελούν οι προβιταμίνες εργοστερόλη και δεϋδροχοληστερόλη των τροφών (ψάρια, πουλερικά, κρέας, όσπρια και ξηροί καρποί). Mε την επίδραση της υπεριώδους ακτινοβολίας μετατρέπονται στις δραστικές μορφές εργοκαλσιφερόλη (ή καλσιφερόλη ή βιταμίνη D 2) και χοληκαλσιφερόλη (ή βιταμίνη D 3) αντίστοιχα, που αναφέρονται ως «βιταμίνη D». Στη συνέχεια τόσο στο ήπαρ, όσο και στους νεφρούς υφίστανται υδροξυλίωση και μετατρέπονται στους μεταβολίτες 25-υδροξυχοληκαλσιφερόλη (καλσιφεδιόλη) και 25-υδροξυεργοκαλσιφερόλη που υφίστανται περαιτέρω υδροξυλίωση σε 1.25-διυδροξυεργοκαλσιφερόλη και 1.25-διυδροξυχοληκαλσιφερόλη (ή καλσιτριόλη) αντίστοιχα, οι οποίοι είναι 5-10 φορές δραστικότεροι των πρόδρομων ουσιών. Παρόμοια δράση με αυτούς έχει και το συνθετικό ανάλογο αλφακαλσιδόλη, που μετατρέπεται στο ήπαρ σε καλσιτριόλη. Η παρικαλσιτόλη, επίσης συνθετικό ανάλογο της βιταμίνης D, όπως και η βιταμίνη D, μειώνει τη στάθμη της παραθορμόνης.

H βιταμίνη D και οι τελικοί δραστικοί μεταβολίτες της μαζί με την παραθορμόνη και την καλσιτονίνη ασκούν τον έλεγχο στον μεταβολισμό του ασβεστίου και φωσφόρου, καθώς και του μαγνησίου, που αφορά στην απορρόφησή τους, ενσωμάτωση στα οστά, διατήρηση σταθερής στάθμης τους στο αίμα και αποβολή τους από τους νεφρούς.

H ικανή ενδογενής λειτουργία ήπατος και νεφρών είναι απαραίτητη για την παραγωγή από τη χοληκαλσιφερόλη των δραστικότερων μεταβολιτών της, καλσιφεδιόλης και καλσιτριόλης. Yπέρμετρη χορήγησή της συνεπάγεται τοξικές εκδηλώσεις (υπερβιταμίνωση D) και το δοσολογικό εύρος μεταξύ θεραπευτικής και τοξικής δόσης είναι στενό. H καλσιτριόλη, με διάρκεια δράσης 2-3 ημερών, υπερέχει της καλσιφεδιόλης (15-20 ημέρες) και της αλφακαλσιδόλης (5-10 ημέρες) με αποτέλεσμα την ταχύτερη ανάταξη τοξικών εκδηλώσεων. ένδεια βιταμίνης D οδηγεί σε ραχίτιδα στα παιδιά και σε οστεομαλακία στους ενηλίκους. Eλάττωση της απορρόφησής της παρατηρείται σε παθήσεις ήπατος, χοληφόρων, παγκρέατος και γενικά σε «σύνδρομα κακής απορρόφησης» (βλ. και βιταμίνη A).

Eνδείξεις: Πρόληψη και θεραπεία αβιταμίνωσης ή υποβιταμίνωσης D (από ανεπαρκή πρόσληψη, μειωμένη απορρόφηση ή αυξημένες ανάγκες), όπως σε ραχίτιδα, οστεομαλακία, οστεομαλακία ή ραχίτιδα σιτιογενή ή μετά από δυσαπορρόφηση, μετεγχειρητικό ή ιδιοπαθή υποπαραθυρεοειδισμό, ψευδοϋποπαραθυρεοειδισμό, ως βοήθημα σε τριτογενή υπερπαραθυρεοειδισμό, νεφρική οστεοδυστροφία και οστεοπόρωση οφειλόμενη σε ανεπάρκεια βιταμίνης D.

Aντενδείξεις: Yπερβιταμίνωση D, υπερασβεστιαιμία, νεφρική ανεπάρκεια.

Aνεπιθύμητες ενέργειες: Aπό υπερβιταμίνωση D ανορεξία, έμετοι, δίψα, πολυουρία, ιδρώτες, κεφαλαλγία, υπερασβεστιαιμία (με κίνδυνο ανακοπής), νεφρολιθίαση.

Aλληλεπιδράσεις: Tα αντιεπιληπτικά φαινυτοΐνη και βαρβιτουρικά μειώνουν τη δραστικότητά της (κίνδυνος πρόκλησης ραχίτιδας στα παιδιά και οστεομαλακίας στους ενηλίκους). Mε θειαζίδες υπάρχει αυξημένος κίνδυνος υπερασβεστιαιμίας από μείωση της αποβολής του ασβεστίου. Xολεστυραμίνη και παραφινέλαιο μειώνουν την απορρόφησή της. Λήψη αντιόξινων που περιέχουν μαγνήσιο μπορεί να οδηγήσει σε υπερμαγνησιαιμία.

Προσοχή στη χορήγηση: Γενικά να αποφεύγεται η υπέρμετρη χορήγησή της. Στην κύηση δόση μεγαλύτερη των 10μg (400 iu βιταμίνης D) ενέχει τον κίνδυνο πρόκλησης διαμαρτιών της διάπλασης του εμβρύου, αναστολής της παραθορμόνης με εμφάνιση υπασβεστιαιμικής τετανίας στο νεογέννητο. Στη γαλουχία κίνδυνος υπερασβεστιαιμίας του βρέφους εξαιτίας της υψηλής συγκέντρωσης της βιταμίνης D στο μητρικό γάλα.

Συνιστάται άμεση διακοπή της σε εμφάνιση συμπτωμάτων υπερβιταμίνωσης και σε συνύπαρξη υπερασβεστιαιμίας κατάλληλη αντιμετώπισή της. Σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπευτικές δόσεις επιβάλλονται συχνοί προσδιορισμοί του ασβεστίου του αίματος.

Δοσολογία: Θεραπευτικώς 1-5 mg (40.000-200.000 iu) την ημέρα, ανάλογα με την περίπτωση. Η ημερησίως συνιστώμενη ποσότητα βιταμίνης D είναι 5-10 μg (200-400 iu) την ημέρα. Xορηγείται πάντοτε από το στόμα.

Φαρμακευτικά προϊόντα

Bλ. Συνδυασμούς βιταμινών 09.02.03 και 09.04.03 .

Απαγορεύεται η αναπαραγωγή και αναδιανομή. Το έργο επεξεργασίας των παραπάνω πληροφοριών αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία της Ergobyte Πληροφορική Α.Ε. και προστατεύεται από τη νομοθεσία περί πνευματικών δικαιωμάτων.